Το αγαπημένο μου μονοπάτι – Φαράγγι Αντρωνίου! Κύριο

Ήταν φθινόπωρο του 2011. Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνό μου. Είναι ένας πολύ καλός φίλος και συνάδελφος από την Πάτρα. - “Έλα ρε, πού είσαι;” με ρωτάει … “Οδηγάω και πάω στο Αντρώνι, στην Ηλεία του λέω”“Τι πας να κάνεις εκεί;” … “Πεζοπορία στο φαράγγι!”  … “Κούμανι κι Αντρώνι ο Θεός να σε γλυτώνει… Άντε να προσέχεις!” λέει και το κλείνει.


Αναρωτήθηκα γιατί το είπε αυτό το τελευταίο. Όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί στην εκδρομή εκείνη δεν ήμουν μόνος και στην παρέα βρίσκονταν αρκετοί φίλοι τους οποίους είχα “παρασύρει” λέγοντας πόσο όμορφο είναι το φαράγγι του Αντρωνίου. “Γέλιο θα έχει να υπάρχουν τίποτα γκρέμια που πρέπει να διασχίσουμε και να μην το ξέρω.”

 

 

Το 2011, λοιπόν, κατοικούσα στην Πάτρα. Εκεί δραστηριοποιούταν και ένας σύλλογος στον οποίο συμμετείχα στην αρχή ως μέλος της ομάδας προβολών. Στον Α.Σ.Τ.Ο (Αντιεφυσηχαστικός Σύλλογος Τωρινών Ονειροπόλων) είχε βρει εύφορο έδαφος η ιδέα μου για μια ομάδα πεζοπορίας, η οποία και έγινε αμέσως αποδεκτή σαν την πρότεινα. Ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από τη λειτουργία του συλλόγου και την οργάνωσή του, Σάκης Ροδίτης, με όρισε τότε υπεύθυνο  της συγκεκριμένης ομάδας και βρέθηκα από το πουθενά να με φωνάζουν αρχηγό και να με ακολουθούν σε κάθε εξόρμηση στη φύση! Μάλιστα, απ’ αυτό που φαινόταν, υπήρχε καιρό η επιθυμία για τη δημιουργία μιας τέτοιας ομάδας, καθώς πολλά μέλη, από άλλες ομάδες του συλλόγου, γίνονταν συνοδοιπόροι σε κάθε μας εκδρομή! Σκοπός μας πάντα ήταν να περνάμε ωραία, να γνωριζόμαστε καλύτερα μεταξύ μας, να θαυμάζουμε τα πανέμορφα τοπία της χώρας μας και στο τέλος να διασκεδάζουμε όλοι με ένα θεσπέσιο τσιμπούσι!

 

  

 

“Κούμανι και Αντρώνι ο Θεός να σε γλυτώνει…” λέει  ο λαός μας και παρότι δεν αναφέρεται στους πεζοπόρους, αλλά στη μαχητικότητα των κατοίκων που ζούσαν εκεί κατά τη διάρκεια των αγώνων του 1821, είμαι σίγουρος πως πολλοί από την παρέα εκείνη τη μέρα ήθελαν κάποιον να τους γλυτώσει…

 

Το Αντρώνι είναι ένα χωριό της Ορεινής Ηλείας. Βρίσκεται στο οροπέδιο της Φολόης και πήρε το όνομά του λόγω της γεωγραφικής τοποθεσίας του επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο απότομες, δασώδεις χαράδρες σχηματίζοντας ένα φυσικό οχυρό (Άντρο). Το μονοπάτι για το φαράγγι ξεκινάει και τελειώνει μέσα στην πλατεία του χωριού αφού πρώτα διαγράψει έναν μικρό κύκλο μέσα από ένα μαγευτικό τοπίο! Τη χαράδρα διασχίζει ο ποταμός Λάδωνας, που ονομάζεται και Σελλήεις σύμφωνα με τον Όμηρο, και είναι το κυριότερο μέσο  προσανατολισμού με βάση τις οδηγίες φίλου μου που καταγόταν από εκεί. Οι γύρω πλαγιές είναι γεμάτες με βελανιδιές ενώ δίπλα από το ποτάμι υπάρχουν τεράστιοι πλάτανοι που κρύβουν το φως της ημέρας και χαρίζουν δροσιά στον περαστικό πεζοπόρο.

 

Το φθινοπωρινό τοπίο, κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας μας, συμπλήρωναν τα ξερά, πεσμένα πλατανόφυλλα που έμοιαζαν με στρωμένο χαλί και έκρυβαν τελείως το έδαφος. Ολόκληρο το μονοπάτι προχωρούσε κάτω από τη σκιά των δέντρων, κινούμενο δίπλα στο ποτάμι, πότε από τη μία όχθη και πότε από την άλλη. Το καλοκαίρι που ο Λάδωνας δεν κατεβάζει πολύ νερό μπορείς εύκολα να ακολουθήσεις την πορεία του ποταμού. Ωστόσο εμείς είχαμε πάει φθινόπωρο και το ποτάμι είχε αρκετό και ταυτόχρονα παγωμένο νερό! Τα πόδια μας μπορεί να είχαν μουδιάσει από το κρύο αλλά κανένας δεν ήθελε να σταματήσει και να επιστρέψει στο χωριό. Οι παλιοί, ερειπωμένοι νερόμυλοι, οι φυσικές δεξαμενές που δεν είχαν προλάβει ακόμα να γεμίσουν και οι λαξευμένοι βράχοι που δεν καταφέρνουν να αντισταθούν ποτέ στη δύναμη του νερού που ρέει και τους δίνει μορφή σαν άλλος γλύπτης συνέθεταν ένα σκηνικό στο οποίο ο μοναδικός που παρεμβαίνει όλα αυτά τα χρόνια είναι η φύση.

 

  

 

Όμως τα βράχια και τα ερείπια δεν επαρκούν για να φτιάξεις μια ιστορία που να διηγείσαι αργότερα και να γελάς γι’ αυτό και βάλαμε στην εκδρομή μας μία δόση περιπέτειας δίχως να το γνωρίζουμε. Φτάνοντας στο σημείο που ο Λάδωνας ένωνε τα νερά του με άλλο παραπόταμο υπήρχε ένα γεφύρι. Εκεί σταματήσαμε να ξαποστάσουμε και να στεγνώσουμε τα βρεγμένα παπούτσια και τα μουσκεμένα μπατζάκια μας. Όση ώρα, λοιπόν, οι υπόλοιποι είχαν απλώσει μπουγάδα εγώ την εκμεταλλεύτηκα για να βρω ένα μικρό καταρράκτη για τον οποίο μου είχε πει ο φίλος μου. Δεν ήταν δύσκολο να τον ανακαλύψω, έπρεπε να ακολουθήσω μόνο ένα μικρό ποταμάκι που ερχόταν από αριστερά και σύντομα μπορούσα να ακούσω τον ήχο του νερού καθώς έπεφτε από ψηλά με ορμή! Επιστρέφοντας από τη μίνι περιήγησή μου βρήκα τους συνοδοιπόρους μου στεγνούς και έτοιμους να αναχωρήσουν.

 

  

 

Το Αντρώνι, τώρα, βρισκόταν πίσω μας και οι οδηγίες έλεγαν πως έπρεπε να πάμε προς τα πίσω-δεξιά, ακολουθώντας, με τον ίδιο τρόπο που είχαμε φτάσει ως εκεί, τον παραπόταμο που ενωνόταν με τον Λάδωνα. Αυτή ήταν η μία επιλογή την οποία δεν προτίμησε κανείς διότι κανείς δεν ήθελε να τσαλαβουτήσει και πάλι στα κρύα νερά, τώρα που είχε στεγνώσει. Αντί αυτού φάνηκε σε όλους καλή η ιδέα να ακολουθήσουμε έναν δασικό δρόμο που ανηφόριζε προς τα δεξιά εμπρός μας. Μη μπορώντας να εγκαταλείψω την ομάδα μου, τους ακολούθησα ξέροντας ότι κάτι ήταν λάθος. Παρόλα αυτά ήθελα να πιστεύω πως και ο δασικός δρόμος θα μας οδηγούσε αργά ή γρήγορα πίσω στο χωριό. Μάλλον αργά…

 

  

 

Περίπου μισό χιλιόμετρο ψηλότερα αποφάσισα να προχωρήσω λίγο γρηγορότερα, μόνος, για να ελέγξω αν υπήρχαν ελπίδες να πηγαίνουμε σωστά. Ο δασικός δρόμος, παρότι ανηφόριζε διαρκώς, δεν έστριβε προς τα πίσω, όπου βρισκόταν το Αντρώνι, με αποτέλεσμα να απομακρυνόμαστε ολοένα και πιο πολύ! Ως αρχηγός είχα ευθύνη να φροντίσω να επιστρέψουμε όλοι πίσω χαρούμενοι και δίχως απρόοπτα γι’ αυτό ζήτησα απ’ όλους να περιμένουν εκεί, στη μέση του πουθενά, όσο εγώ θα γυρνούσα πίσω να βρω το μονοπάτι. Εκμεταλλεύτηκα την αγάπη μου για το ορεινό τρέξιμο και επέστρεψα γρήγορα στο γεφύρι. Από εκεί ακολούθησα τον παραπόταμο, πλατσουρίζοντας γοργά, μέχρι που είδα ένα τεράστιο βράχο για τον οποίο μου είχε μιλήσει ο φίλος μου. Τη στιγμή εκείνη χτύπησε και το κινητό μου. Απορώ ακόμη και τώρα πού βρήκε σήμα μέσα στη χαράδρα που ήμουν χωμένος. Ήταν μια κοπέλα της ομάδας που με πληροφορούσε πως είχαν ξεκινήσει και πάλι, ακολουθώντας τον χωματόδρομο, γιατί βρέθηκε ένας περαστικός που τους είπε ότι ο δρόμος βγάζει στο Αντρώνι. Απλώς θα περπατούσαν αρκετά. Σκέφτηκα πως αφού πάνε σωστά θα ήταν κρίμα να τους γυρίσω και να τους ξανακάνω μούσκεμα. Κι έτσι “άλλος για Χίο τράβηξε και άλλος για Μυτιλήνη”…

 

  

 

Παρότι οι υπόλοιποι είχαν βεβαιωθεί για το πώς θα επέστρεφαν, εγώ είχα μείνει μόνος να αναζητώ τα σημάδια του φίλου μου. Ένας βράχος εδώ, μια ξύλινη γέγυρα εκεί και το ποτάμι που έπρεπε να διασχίζω κάθετα πολλές φορές για να μπορώ να προχωράω. Κάποια στιγμή βαρέθηκα να είμαι μούσκεμα και αποφάσισα να κάνω αυτό που μου φαινόταν πιο απλό, θα ανηφόριζα την πλαγιά μέχρι το ψηλότερο σημείο της, ώστε να δω που είναι το χωριό, και μετά θα το “έκοβα” ίσια μέχρι να φτάσω. Άλλωστε, έτσι όπως τα υπολόγιζα, δεν θα έπρεπε να βρίσκομαι και πολύ μακριά. Και αυτή ήταν η αλήθεια διότι μερικά μέτρα πιο πάνω πέτυχα ένα μικρό τσομπάνο που επέστρεφε και αυτός στο Αντρώνι δίχως το πρόβατά του. Ο μικρός ανέβαινε την πλαγιά σαν κατσίκι και πολύ σύντομα με οδήγησε πίσω στην πλατεία του χωριού.

 

  

 

Αφού άλλαξα και φόρεσα στεγνά ρούχα τηλεφώνησα στην ομάδα μου να δω πού βρίσκονταν. Για κακή τους τύχη ο δασικός δρόμος τους οδήγησε δύο χωριά παραπέρα και αρκετά χιλιόμετρα πιο μακριά. Ωστόσο υπήρχαν και καλά νέα, ήταν όλοι χαρούμενοι και πεινασμένοι και το καφενεδάκι στην πλατεία είχε μια μικρή ψησταριά! Ο ιδιοκτήτης του μου είπε ότι είχε μόνο μπριζόλες, λουκάνικα και καμιά τηγανητή πατάτα. Είναι υπεραρκετά, του απάντησα, και του ζήτησα να ξεκινήσει να ψήνει γιατί οι άλλοι έρχονταν με άγριες διαθέσεις! Στη συνέχεια πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να τους βρω, για να φέρω όσους μπορούσα πιο γρήγορα, μιας που και η δική μου κοιλιά είχε αρχίσει να γουργουρίζει. Ορισμένοι έρχονταν τρέχοντας, μερικοί συνέχιζαν να περπατούν και άλλοι πάλι είχαν βρει ένα Datsun με άχυρα και φορτώθηκαν στην καρότσα του που τους μετέφερε σχεδόν μέχρι το χωριό.

 

  

 

Στο τέλος, ήμασταν όλοι πίσω στο Αντρώνι. Το μικρό καφενεδάκι είχε γεμίσει καμιά δεκαπενταριά ασταμάτητες μασέλες  και πολλά ζευγάρια βρεγμένες κάλτσες και παπούτσια γύρω από την ξυλόσομπα που ζέσταινε το χώρο. Όλοι ήταν χαρούμενοι και η μικρή αυτή περιπέτεια ήταν το συστατικό που έλειπε για τη δημιουργία μιας όμορφης ιστορίας και ενός από τα πιο αγαπημένα μου μονοπάτια!

 

Λεζπουρίδης Θεοχάρης.   

Υ.Γ : Οι παραπάνω, υπέροχες φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από φίλους της ομάδας φωτογραφίας που βρέθηκαν μαζί μας σε εκείνη την εκδρομή.  

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Latest Tweets

Run the wonderful Tuscany towards vineyards and wonderful trailpaths in Chianti Trail Ultra https://t.co/axbLIpAc01 https://t.co/gPVMoBsZni
Wonder Run – Ένα διαφορετικό project, με φιλανθρωπικό σκοπό από τον Θωμά Πουρλίδα και με τη στήριξη του… https://t.co/Zi9osSAXMG
Naxos Sea Kayak Symposium: Ο Μανώλης Λουδάρος μας μιλάει για το πρώτο Διεθνές Συμπόσιο Καγιάκ στην Ελλάδα, το οποίο… https://t.co/tQ1my0N0L7
Follow Advendure on Twitter

Post Gallery

Chianti Trail Ultra – Το τερπνόν μετά του ωφελίμου τρέχοντας – και όχι μόνο- στην υπέροχη Τοσκάνη

To Annapurna (8.091μ) επόμενος στόχος του Α. Συκάρη την άνοιξη του 2020!

Benedikt Böhm: Ορειβατικό σκι στα όρια για καλό σκοπό

Τα «γρήγορα πιστόλια» πέταξαν στο Παγκόσμιο της WMRA στην Παταγονία

Προετοιμασία Μαραθωνίου - 10 ερωτήσεις και οι απαντήσεις του (Μέρος 8ο)!

Προετοιμασία Μαραθωνίου - 10 ερωτήσεις και οι απαντήσεις τους (Μέρος 7o)!

Σακίδια GREGORY, η σπουδαία μάρκα σακιδίων πλέον και στην Ελλάδα!

Wonder Run – Ένα διαφορετικό project!

Naxos Sea Kayak Symposium: Ο Μανώλης Λουδάρος μας μιλάει για το πρώτο Διεθνές Συμπόσιο Καγιάκ στην Ελλάδα!

Προετοιμασία Μαραθωνίου - 10 ερωτήσεις και οι απαντήσεις τους (Μέρος 6o)!

Παναγιώτης Παναρίτης, το μέλλον του Ελληνικού ultra trail του ανήκει!

Προετοιμασία Μαραθωνίου - 10 ερωτήσεις και οι απαντήσεις τους (Μέρος 4ο & 5ο)