Φτάνοντας στο τέλος του 2025, το trail running δεν είναι πλέον μια υπόσχεση ή μια πρόσκαιρη μόδα. Έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο αθλητικό οικοσύστημα με εκατομμύρια συμμετέχοντες, εδραιωμένα επαγγελματικά πρωταθλήματα, εθνικές ομοσπονδίες σε πέντε ηπείρους και μια βιομηχανία που φτάνει άνετα σε μεγέθη δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, μόλις προστεθούν εξοπλισμός, ταξίδια, ασφάλειες και κόστη συμμετοχής σε αγώνες, σύμφωνα με συγκεντρωτικά δεδομένα από τους διάφορους φορείς της αγοράς.

Η σκέψη για το πως θα είναι το trail running το 2035 δεν αποτελεί μια άσκηση επιστημονικής φαντασίας, αλλά μάλλον μια προσπάθεια να προβλεφθούν τάσεις που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη. Αυτό το άρθρο κοιτάζει το μέλλον όχι με την καρδιά και μέσα από μια μαγική σφαίρα, αλλά καθοδηγούμενο από αυτά που λένε τα φύλα Excel σχετικά με τις συμμετοχές, τα αποτελέσματα, τα δημογραφικά δεδομένα, το κοινό και, είτε μας αρέσει είτε όχι, τα χρήματα.

 

Είμαι η Πόλυ Γιαννακοπούλου, χορεύτρια κλασικού μπαλέτου από τα έξι μου χρόνια και η σχέση μου με την κίνηση διαμορφώνεται μέσα από αυτήν την πολύχρονη εκπαίδευση, που απαιτεί ακρίβεια, αυτοέλεγχο και συνειδητή παρουσία του σώματος σε κάθε θέση και κάθε βήμα.

Τα τελευταία χρόνια, αυτή η ίδια αίσθηση κίνησης και ελέγχου μεταφέρθηκε για μένα και στο ορεινό τρέξιμο, όχι επαγγελματικά, αλλά βιωματικά και προσωπικά, μέσα από τις προκλήσεις των μονοπατιών, των κατηφορικών διαδρομών και των τεχνικών πεδίων. Και έτσι συνειδητοποίησα ότι η εμπειρία μου στο μπαλέτο δεν είναι απλώς μια παιδεία του σώματος σε ένα κλειστό χώρο αλλά μια πραγματική βάση που με βοηθά και στο βουνό.

 

Θυμάμαι παλιά, πριν 15 - 20 χρόνια και βάλε, δινόταν μεγάλη έμφαση στον σχεδιασμό και στην τέχνη που ο σχεδιαστής έβαζε στο ρούχο το οποίο δινόταν από τους διοργανωτές των αγώνων στα μπλουζάκια (ή κάθε άλλο ρούχο) που έδιναν στους αθλητές. Το μπλουζάκι ενός αγώνα δεν ήταν απλώς “το μπλουζάκι του αγώνα”. Ήταν κάτι που περίμενες σαν αθλητής να δεις, να αγγίξεις, να κρατήσεις. Ο σχεδιασμός του είχε ψυχή, όχι πάντα φυσικά, αλλά πολλές φορές. Κάποιος είχε καθίσει με μεράκι να αποτυπώσει πάνω στο ύφασμα την ιστορία μιας διαδρομής, το χαρακτήρα ενός βουνού, το πνεύμα μιας κοινότητας. Ήταν μια μικρή μορφή τέχνης, όχι τόσο για να εντυπωσιάσει, αλλά για να μας συνδέσει με τον αγώνα. Να θυμίζει πως ήσουν μέρος μιας ιστορίας που άξιζε να ειπωθεί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν πήραμε μια χρονιά το μπουφάν του ROUT και ήταν κεντημένα – για πρώτη φορά - πάνω στο ύφασμα, με καλλιγραφικά γράμματα, τα ονόματα μας. Μας είχε φανεί μοναδικό και σίγουρα μας είχε αγγίξει όλους.

 

Ενώ έχουμε ασχοληθεί σε παλαιότερo άρθρo με το πώς επιλέγουμε παπούτσια για ορεινό τρέξιμο, ανάλογα με το τερέν, τις συνθήκες και το είδος του αγώνα, και ενώ συχνά παρουσιάζουμε νέα μοντέλα και αναλυτικά review, δεν είχαμε σταθεί μέχρι τώρα σε ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα: πότε και γιατί έρχεται η στιγμή να αποχωριστούμε το ζευγάρι που μας συνόδευσε για εκατοντάδες χιλιόμετρα στις “αναζητήσεις” μας στα μονοπάτια. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα του σημερινού άρθρου … η ώρα του αποχωρισμού.

 

Ένα post στο Instagram από τον επαγγελματία αθλητή του γκολφ και “mental performance coach” Sean Einhaus, στα τέλη Αυγούστου, προκάλεσε έντονες συζητήσεις, κυρίως ανάμεσα σε επαγγελματίες αθλητές όλων των αθλημάτων, και φυσικά στο χώρο του ορεινού τρεξίματος.

Ο τίτλος του post ήταν: “Optimized to Death” ή σε μια ελεύθερη μετάφραση μας στα ελληνικά: “Βελτιστοποιημένο μέχρι αηδίας”.

Με αυτό το post, ο Einhaus εξέφρασε την ανησυχία του ότι η υπερβολική χρήση δεδομένων, η επιστημονική ανάλυση και η συνεχής μέτρηση σε όλα τα επίπεδα μπορεί να οδηγήσει στη σταδιακή απώλεια της “ψυχής” του αθλητισμού.

 

Σελίδα 1 από 11