
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
Βράδυ Κυριακής. Κάπου στην επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνης. Κάθομαι σε μία φιλόξενη αυλή και απολαμβάνω, φαγητό, συζήτηση, ατμόσφαιρα, δροσιά. Σιγά - σιγά όμως, οι ομιλίες αρχίζουν να χάνονται και ο νους μου ταξιδεύει. Μια μέρα πριν. Σάββατο απόγευμα και μια ομάδα έντεκα ατόμων ετοιμάζεται να πάρει τον δρόμο προς τον Τίμιο Σταυρό, στην ψηλότερη κορφή του Ψηλορείτη. Μέσα σε αυτούς είμαι και εγώ. Μία γυναίκα δρομέας ασφάλτου, με πολύ μικρή εμπειρία σε βουνίσιο τερέν, που απλά θεώρησα μεγάλη ευκαιρία να δω από ψηλά, ταυτόχρονα και την βόρεια και τη νότια πλευρά του νησιού.
Ξεκινώντας την ανάβαση, αμέσως παρατήρησα την άγρια ομορφιά του βουνού. Ο ήχος των βημάτων μας ρυθμικός πάνω στις πέτρες, οι ανάσες μας κοφτές εξαιτίας της μεγάλης κλίσης. Το τοπίο σχεδόν σεληνιακό. Το έδαφος πετρώδες με άπειρους θάμνους γεμάτους σουβλερά αγκάθια. Εδώ και εκεί κάνει την εμφάνισή του κανένα χαμηλό δεντράκι - κάπου όπου προστατεύεται από τον δυνατό αέρα που φυσάει συχνά σε εκείνο το βουνό αλλά και μερικά κατσίκια, "φουριάρικα" όπως συνηθίζουν να τα λένε σε εκείνον τον τόπο.
Η διαδρομή αποδεικνύεται εξαιρετικά απαιτητική. Η ανάβαση είναι συνεχής και "ισιάδι" συναντήσαμε λίγες φορές, έτσι για να πιάσουμε λίγο την αναπνοή μας και να συνεχίσουμε. Παρόλα αυτά, λίγες φορές το μυαλό μου έφτανε να σκέφτεται τη δυσκολία. Η ομορφιά του τοπίου που όλο και ξεμάκραινε από την ακτή, οι εικόνες που το μάτι σαν φωτογραφικός φακός αποτύπωνε στο μυαλό, οι μυρωδιές της φύσης, οι ήχοι και η αίσθηση της απεραντοσύνης του βουνού, ήταν τα μόνα που μπορούσα να σκεφτώ!
Δύο ώρες και κάτι αφότου ξεκινήσαμε, ο ήλιος είχε πια πέσει και εμείς περπατάμε πια με όσο φως είχε απομείνει από τη δύση του. Η μία πλευρά σκοτεινή και η άλλη είχε ένα ανεπαίσθητο φως, λες και υπήρχε μόνο και μόνο για να μας διευκολύνει λιγάκι. Σε λίγο χάθηκε και αυτό, και η ομάδα των έντεκα ανθρώπων βρεθήκαμε να περπατάμε κάτω από τα αστέρια. Ουρανός και γη σχεδόν έγιναν ένα. Αέρας - βοριάς - σηκώθηκε και άρχισε να μας πηγαίνει κόντρα. Με μία γκλίτσα στο ένα χέρι και το σακίδιο μου στην πλάτη, βάλθηκα να χαμηλώνω λιγάκι και να του πηγαίνω κόντρα. Ούτε εκεί σκέφτηκα τη δυσκολία. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν πόσο τυχερή ήμουν που βρέθηκα τόσο κοντά στη φύση, πόσο τυχερή που ζούσα μέσα σε αυτήν. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ένα με το βουνό, ένα με τον αέρα, ένα με τη ζωή.
Τρεις ώρες μετά την εκκίνησή μας, και αφού πια βαδίζουμε στο απόλυτο σκοτάδι, ο οδηγός μας αναφωνεί αυτό που τόσο θέλαμε να ακούσουμε, "να την η κορυφή, να το εκκλησάκι, φτάσαμε!" Σε λίγο, οι πρώτοι έξι από τους έντεκα φτάναμε στην κορυφή, αντικρίζοντας ένα πλινθόκτιστο εκκλησάκι με μία μεγάλη καμπάνα και την ελληνική σημαία πλάι της να κυματίζει. Η τιμή να χτυπήσει την καμπάνα, έγινε σε έναν από μας που βρέθηκε για πρώτη φορά εκεί, αν και ντόπιος. Μόλις ο ήχος της άρχισε να γεμίζει τον αέρα, συμπαγής και δυνατός, σκέφτηκα να κοιτάξω γύρω μου. Ένιωσα δέος. 2.456 μέτρα υψόμετρο ήταν αυτά! "Θα το απολαύσω το πρωί, με το πρώτο φως" σκέφτηκα, και πήγα να συναντήσω τους άλλους που είχαν αρχίσει ήδη της ετοιμασίες της διανυκτέρευσης μέσα στην ασφάλεια της μικρής πέτρινης εκκλησίας.
Το πρώτο φως που έμπαινε από τα διαστήματα ανάμεσα στις πέτρες με ξύπνησε λίγο μετά τις 6 το πρωί. Το βράδυ η θερμοκρασία είχε πέσει γύρω στους 5 βαθμούς και ήμουν λίγο διστακτική να αφήσω την θαλπωρή του υπνόσακού μου, αλλά σκέφτηκα ότι δεν ήθελα να χάσω το φως και ότι κουβαλούσα τη μηχανή μου κρεμασμένη στο λαιμό μου ανεβαίνοντας για να απαθανατίσω την αυγή. Αυτό που αντίκρισα βγαίνοντας από το "καταφύγιό" μου, ήταν πραγματικά μοναδικό! Χρώματα, ψυχρά, θερμά, ο αέρας που είχε αρχίσει να κοπάζει και να μετατρέπεται σε ένα δροσερό αεράκι, οι φίλοι που σιγά - σιγά και αυτοί έβγαιναν ντυμένοι καλά, με βλέφαρα βαριά αλλά με χαμόγελο για απολαύσουν ακριβώς αυτό που έβλεπα και εγώ! Φως και γαλάζιο και μωβ και ροζ ορίζοντας και πάλι γαλάζιο, αυτή τη φορά της θάλασσας...
Η κατάβαση ήταν πιο γρήγορη, τον δρόμο πλέον τον γνωρίζαμε, αλλά είχε και αυτή τη δυσκολία της γιατί γλιστρούσε αρκετά, αλλά πια οι εικόνες, η εμπειρία της προηγούμενης μέρας, η όμορφη βραδιά με το μαντολίνο να μας συντροφεύει στα τραγούδια της Κρήτης και ο βαθύς ύπνος σαν να είχες πέσει στο πηγάδι της λήθης για λίγο, ήταν μαζί μας σε όλο το δρόμο. Ακολουθώντας τα σημάδια του
διεθνούς ορειβατικού μονοπατιού Ε4 αλλά φυσικά και τα έμπειρα πόδια του οδηγού μας, σε δύο ώρες, βρεθήκαμε εκεί από όπου είχαμε ξεκινήσει το προηγούμενο βράδυ. Αρκετά κουρασμένοι, αλλά πανευτυχείς για όλα όσα είχαμε δει και βιώσει μέσα σε εκείνες τις ώρες στο βουνό.
Σιγά - σιγά άρχισα να επιστρέφω στην παρέα της αυλής. Είδα ξανά τα γνώριμα πρόσωπα των ανθρώπων που μοιράστηκα μαζί τους μία εμπειρία σε ένα από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδας. Σκέφτηκα πόσο διαφορετικοί ήταν καθένας από μας, που όμως πήραμε την απόφαση, γυμνασμένοι ή όχι, δρομείς, τριαθλητές, παιδιά του γυμνασίου, απλοί άνθρωποι, να γνωρίσουμε το βουνό περπατώντας, ανεβαίνοντας, αφουγκραζόμενοι τους ήχους και τις εικόνες του. Και σκέφτηκα, πόσο όμορφη και ήμερη μπορεί να είναι η φύση όταν αποφασίσεις να την γνωρίσεις, να πας κοντά της, να γίνεις ένα με αυτή, γιατί στο κάτω - κάτω, ένα κομμάτι αυτής, είμαστε και εμείς!
Θέλω να ευχαριστήσω τον Μπάμπη Σπινθουράκη που οργάνωσε την ανάβαση αυτή καθώς και τον Νίκο Λεβεντάκη, που χωρίς αυτόν δεν θα είχα γνωρίσει ούτε την Κρήτη ούτε τους όμορφους ανθρώπους της!
Ιωάννα Ρέτσου