UTMB 2013, Conquest Of Paradise...

Με είχε στοιχειώσει αυτός ο αγώνας, αυτό το μέρος. Κουβαλούσα μέσα μου για τρία ολόκληρα χρόνια τα ανάμεικτα συναισθήματα της πρώτης μου συμμετοχής σε ultra, από τον CCC του 2010. Τότε που δεν κατάφερα να περάσω την γραμμή του τερματισμού, αλλά κατάφερα να επιβιώσω από το μένος του καιρού που έμελλε να γίνει ο εφιάλτης της διοργάνωσης για τα επόμενα χρόνια. Από εκείνη την στιγμή που μας σταμάτησαν στο Vallorcine, στο 81Κ του αγώνα, είχα δώσει μία υπόσχεση στον εαυτό μου: να περάσω την αψίδα στην πλατεία του Chamonix. Ο κύκλος μόλις είχε ανοίξει. Το ταξίδι μόλις είχε αρχίσει και είχε πολλές ενδιάμεσες στάσεις που με γέμισαν ανεπανάληπτες εμπειρίες, εικόνες αλλά και γνώση: ROUT 2011, OMT 2012, ROUT 2012… Μαθήματα αγωνιστικά, μαθήματα ζωής μα και συντροφικότητας, μέσα από ατελείωτες ώρες προπόνησης και αγώνων στα βουνά.

Η χρονιά είχε κυλήσει αρκετά καλά όσον αφορά την προπόνηση και τους αγώνες. Πολύ βουνό φέτος και αγωνιστικά και προπονητικά. Μέχρι τον Olympus Marathon. Από εκεί και μετά, λίγο η ραστώνη του καλοκαιριού, λίγο οι διακοπές, λίγο μερικές αναπάντεχες επαγγελματικές υποχρεώσεις έκαναν τον προγραμματισμό των τελευταίων δύο μηνών κυριολεκτικά άνω-κάτω. Ίσως και να ήταν χειρότερη προετοιμασία που είχα κάνει για αγώνα ultra κοιτάζοντας τα τεφτέρια μου όσον αφορά όγκο χιλιομέτρων αλλά και υψομετρικής ανάβασης. Μόνη παρηγοριά οι αρκετές ώρες γρήγορων προπονήσεων και αγώνων το περασμένο διάστημα στα πόδια. Πολύ σπουδαίο κομμάτι ο παράγων ψυχολογία πριν από έναν αγώνα και εγώ αισθανόμουν πραγματικά ανασφαλής. Μάλλον όμως πρέπει να το συνηθίσω, είναι μέρος του παιχνιδιού…

 

Οι μέρες πριν τον αγώνα κύλησαν με οικογενειακές εκδρομές και πεζοπορίες πέριξ του Chamonix. Την Τετάρτη, δύο μέρες πριν τον αγώνα και πριν έρθει ο Σοφοκλής αεροπορικώς, είχαμε την φαεινή ιδέα να κατέβουμε 1.000 μέτρα υψομετρικής. Δεν γνωρίζαμε τι κλίσεις θα συναντούσαμε… Βρεθήκαμε να κατεβαίνουμε με τα πιτσιρίκα αγκαλιά απότομες πίστες του σκι και εγώ από μέσα μου να αναρωτιέμαι (σιχτιρίζοντας) αν είναι αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος ξεκούρασης και χαλάρωσης μερικές ώρες πριν από έναν αγώνα που είχα στόχο για τρία χρόνια!!!! Στην συνέχεια βόλτα στο Chamonix και στα μαγαζιά του (απ’έξω) περιμένοντας τον φίλο Σοφοκλή να έρθει. Κάπου εκεί βρέθηκα τυχαία με τον Χρήστο Κατσιρόπουλο που είχε ήδη πάρει τα νούμερα για το CCC και τον έμπειρο του αγώνα Jean-Paul Goutorbe με τις πάντα έγκυρες συμβουλές του για τις στιγμές πριν την εκκίνηση. Ο Χρήστος με αρκετά πια χιλιόμετρα στα πόδια ήταν αποφασισμένος για πολύ καλό αγώνα, κάτι που απέδειξε μία μέρα μετά… Μόλις βρεθήκαμε με τον Σοφοκλή, φύγαμε κατευθείαν για το σπίτι στην Megeve, ένα χειμερινό θέρετρο του σκι, μισή ώρα δρόμος από το Chamonix.

 

Πυρετός προετοιμασιών για το σακίδιο και το drop bag το οποίο νομίζαμε ότι έπρεπε να αφήσουμε μαζί με την παραλαβή του race pack την Πέμπτη, μία μέρα πριν την έναρξη. Το απολαμβάνω αυτό το σημείο πάντα. Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της αγωνιστικής διαδικασίας. Η προετοιμασία του σακιδίου και του drop bag, όπως και η στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί κατά την διάρκεια του αγώνα όσον αφορά εξοπλισμό και τροφοδοσία μπορεί να είναι και ο μισός αγώνας. Μπορεί και παραπάνω. Η σωστή ανάλυση των πιθανών περασμάτων αλλά και των παροχών των σταθμών τροφοδοσίας είναι μέγιστης σημασίας. «Τι θα φάμε, πότε θα το φάμε, τι θα φοράμε, που θα αλλάξουμε, τι θα κουβαλάμε». «Είναι και ο υποχρεωτικός εξοπλισμός που πρέπει να μπει». «Δύο μπουκαλάκια νερό έξτρα στο drop bag γιατί στην Bovine (132Κ) δεν θα έχει σταθμό, θα έχουμε πέντε ώρες χωρίς νερό». Μόνο που γράφω αυτές τις γραμμές τώρα με πιάνει το στομάχι μου. Καταλαβαίνετε εκείνες τις ώρες τι συνέβαινε. Γλυκιά αναμονή, γλυκό «άγχος». Μακάρι όλα τα άγχη της ζωής να ήταν τέτοια. Κι όμως. Αυτό είναι το κέρδος από αυτούς τους αγώνες. Επικεντρώνεις το μυαλό σε έναν στόχο και γίνεται αυτός το «άγχος» σου. Έστω για λίγες μέρες, έστω για λίγες ώρες. Πόσες και πόσες φορές δεν μας έχει γλυτώσει αυτό όλους εμάς που είμαστε τυχεροί και μπορούμε να κάνουμε αυτό που αγαπάμε;

 

Η πρώτη μύηση...έκδηλη η χαρά αλλά και η ένταση στα πιτσιρίκια

 

Την Πέμπτη το πρωί ξεκινήσαμε για Chamonix με στόχο πρώτα να απολαύσουμε τα πιτσιρίκια μας στους παιδικούς αγώνες και μετά να πάρουμε τα νούμερα. Φτάνοντας στον χώρο παραλαβής των race packs … πήξαμε! Απίστευτη ουρά! Ανηφορίσαμε λίγο ακόμη στην μεγάλη αλάνα που έτρεχαν τα παιδάκια με την ελπίδα λίγη ώρα αργότερα η ουρά να χαλάρωνε. Στην αλάνα που διοργανώνονταν οι παιδικοί αγώνες για παιδιά από 3 ετών (!!!) μέχρι και έφηβους ήταν διάχυτος ο ενθουσιασμός. Παιδιών, χαζομπαμπάδων και χαζομαμάδων που ανυπομονούσαν να απολαύσουν τα βλαστάρια τους να τρέχουν με φόντο το Mont-Blanc. Τα πιτσιρίκια δεν μας διέψευσαν. Τα έδιναν όλα για όλα από το πρώτο κιόλας μέτρο. Στην ανηφόρα χεράκι-χεράκι μαζί μας πολλές φορές, αλλά στην κατηφόρα … σωστοί Kilian και Forsberg! Το πρώτο βούρκωμα συγκίνησης δεν άργησε να έρθει…

 

Μεγάλες ουρές κατά την παραλαβή των αριθμώνΌπως δεν άργησαν και οι πρώτες σταγόνες ιδρώτα λίγη ώρα μετά στην ουρά που απλά είχε μεγαλώσει. Ευτυχώς διαπιστώσαμε ότι κινούταν γρήγορα, όπως γρήγορα ακούσαμε τις πρώτες ελληνικές κουβέντες. Λίγα μέτρα πίσω μας, ο Βαγγέλης Δρόσος με τον Μωυσή Φωλτόπουλο και μετά από λίγο και ο Θοδωρής ο Κακουλίδης προστέθηκαν στην παρέα μας. Στον χώρο παραλαβής των race packs η διαδικασία κύλησε ομαλά. Διαδικασία που τελικά είχε ΚΑΙ έλεγχο του υποχρεωτικού εξοπλισμού! Συνολικά νομίζω περιμέναμε περίπου 1,5 ώρα για να ξεμπερδέψουμε και δροσιστούμε αφού ήμασταν για αρκετή ώρα κάτω από τον ήλιο. Ευτυχώς τα drop bag θα τα δίναμε πριν την έναρξη του αγώνα οπότε είχαμε επιπλέον χρόνο για τις τελευταίες ετοιμασίες … και «άγχος»!

 

Την Παρασκευή, ημέρα του αγώνα, το μάτι είχε ανοίξει από τις 5 το πρωί. Στο σπίτι με τον Σοφοκλή ελέγχαμε και ξαναελέγχαμε το σακίδιο και το drop bag. Όσο και να τα ελέγχαμε όμως, πιο ελαφριά δεν μπορούσαν να γίνουν! Ίσως και το πιο βαρύ σακίδιο που έχω πάρει σε αγώνα. «Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε» είναι το μότο μου σε τόσο μεγάλους αγώνες. Το μόνο επιπλέον βάρος που πρόσθετε ο υποχρεωτικός εξοπλισμός ήταν το αδιάβροχο παντελόνι που με την πρόβλεψη του καιρού ήταν υπερβολή. Καιρός; Νομίζω ότι από το CCC 2010 και την απίστευτη μανία που μου είχε δείξει μου έχει χρωστούμενα, δεν εξηγείται αλλιώς. Ήταν σαν να τον είχαμε παραγγείλει. Οι προβλέψεις έδιναν το μίνιμουμ 4-5 βαθμούς στις κορφές το βράδυ χωρίς αέρα και το μάξιμουμ 23-24 στα «πεδινά» το μεσημέρι. Τέλεια!

 

Φτάσαμε στο Chamonix δύο ώρες πριν. Δεν ακολουθήσαμε την συμβουλή του Jean-Paul να στηθούμε μπροστά στην εκκίνηση και ας το πληρώναμε μετά σε καθυστερήσεις στους πρώτους σταθμούς. Ο ήλιος και η ζέστη θα μας αφυδάτωναν πριν καλά-καλά αρχίσει ο αγώνας, οπότε αποφασίσαμε να την πέσουμε σε ένα παρκάκι, στην σκιά ενός δέντρου με τα πόδια ψηλά για τις τελευταίες στιγμές χαλάρωσης. Δωράκι όμορφο τα τελευταία συγκινητικά φιλιά από τα πιτσιρίκια αλλά και την γυναίκα μου, λίγο πριν ξεκινήσουμε για τον χώρο της εκκίνησης.

 

 Τελευταίαες στιγμές χαλαρώματος πριν τον αγώνα

 

Φτάσαμε 20 περίπου λεπτά πριν την έναρξη. Εκεί είχε στηθεί ένα μεγάλο πάρτυ. Δυνατή μουσική από τα μεγάφωνα και οι εκφωνητές να προτρέπουν τον κόσμο να σηκώσει τα χέρια και να αφεθεί στην μαγεία και στην έκσταση των τελευταίων στιγμών. Όλα αυτά μέχρι την στιγμή που από τα μεγάφωνα ακούστηκε το σήμα κατατεθέν του αγώνα, η θεσπέσια και ονειρική μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου. «Conquest Of Paradise»… Συμβολικό το νόημα αναμφίβολα. Ρίγος, ανατριχίλα, βούρκωμα. Ο καθένας μας ξεκινούσε για την κατάκτηση του δικού του παραδείσου. Μια αγκαλιά με τον Σοφοκλή με την υπόσχεση να βάλουμε τα δυνατά μας για να τον κατακτήσουμε αν και πιστεύω ότι όποιος έχει στηθεί στην γραμμή ενός τέτοιου αγώνα τον έχει ήδη κατακτήσει…. Στιγμές πολύ διαφορετικές από την μυσταγωγία και την εσωτερικότητα της Ροδόπης αλλά και συνάμα τόσο ίδιες. Τελικά δεν έχει σημασία πόσο κόσμο έχεις γύρω σου. Εκείνη η στιγμή είναι μόνο δική σου. Κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τις ατέλειωτες ώρες που θα περάσεις στο βουνό μαζί με άλλους που ονειρεύονται το ίδιο με σένα. Που έχουν έρθει από τα πέρατα της γης να ζήσουν ένα κοινό όνειρο που σε λίγα δευτερόλεπτα θα γίνει πραγματικότητα. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. 10 … 9 … 8 … 7. Η μουσική δυναμώνει. Δυναμώνει και η πίστη μας. 3 … 2 … 1! Έκσταση, ντελίριο ενθουσιασμού από χιλιάδες αθλητές και θεατές. Είναι το διαφορετικό και το άγνωστο που μας εξιτάρει και μας κάνει να υπερβούμε τα όρια και τις αντοχές μας. Στην Ροδόπη είναι η μαγεία της φύσης και της απομόνωσης. Εδώ είναι ο κόσμος που θες δεν θες θα σε σπρώξει, θα σε χειροκροτήσει. «Allez, allez, courage». Δεν θες να τελειώσουν αυτές οι στιγμές. Θέλεις να τις κρατήσεις για πάντα. Δεν μπορείς να τρέξεις στα πρώτα αυτά λεπτά από το ποτάμι που σε παρασέρνει. Γιατί να τρέξεις όμως; Ο Παράδεισος ήταν εκεί και εμείς τον είχαμε ήδη κατακτήσει…

 

 

Απίστευτος κόσμος μέχρι να βγούμε από το Chamonix. Χιλιάδες. Εγώ όμως έψαχνα δύο μικροσκοπικά ανθρωπάκια και τον άνθρωπο που έχει υπομείνει τα πάντα για μένα. Την γυναίκα μου. «Τάκηηηη, Τάκηηηη» άκουσα! Τους είδα! Δύο τελευταία φιλιά για επιπλέον απόθεμα δύναμης και κάπου εκεί ξεκίνησε και ο αγώνας…

 

Τα πρώτα χιλιόμετρα μέχρι το Les Houches (8K) ήταν επίπεδα σε ένα πανέμορφο φαρδύ μονοπάτι έξω από το Chamonix. Ο ρυθμός μας αρκετά άνετος ότι έπρεπε για ζέσταμα. Εκεί μας πέρασε πάρα πολύς κόσμος. Πάντα σε αγχώνει αυτό. «Σόφο πάμε καλά, άστους να μας περνάνε» του είπα και συμφώνησε. Ο αγώνας είχε … πολύ ακόμα! Στο χωριό μας περίμεναν εκατοντάδες κόσμου, μπάντες και πιτσιρίκια που έτρεχαν μαζί μας. Εκεί είδαμε και την πιο μεγάλη κουδούνα που ούτε αγελάδα δεν μπορούσε να κουβαλήσει. Απίστευτος ο τύπος που την κούναγε, απίστευτος ο ήχος που έκανε! Φοβερή υποστήριξη από τον κόσμο, ειδικά στην Γαλλία. Οι άνθρωποι έχουν το βουνό στην κουλτούρα τους, έχουν μεγαλώσει με αυτές τις εικόνες. Πώς να μην πάρεις κουράγιο και να βάλεις φτερά στα πόδια; Στην συνέχεια μπήκαμε σε έναν χωματόδρομο με ζόρικη κλίση. Καταλάβαμε ότι ανεβαίναμε μία πίστα σκι οπότε και δικαιολογούταν αυτή η κλίση. Καλό ζέσταμα αυτή η πρώτη από τις 10 (!!!) ανηφόρες του αγώνα έτσι όπως τις είχαμε χωρίσει. Το ίδιο ζόρικη όμως ήταν και η κλίση στην κατηφόρα για το Saint Gervais (21K). Την κατεβήκαμε με χαλαρό τρεξιματάκι, φρεναριστοί όμως και αναρωτηθήκαμε πόσο θα άντεχαν οι τετρακέφαλοί μας αν όλες ήταν έτσι.

 

Στο Saint Gervais (21K) που αποτελούσε και τον πρώτο σταθμό τροφοδοσίας του αγώνα η υποδοχή ήταν άνευ προηγουμένου! Τέτοιος ενθουσιασμός που αισθανόσουν ότι τερμάτιζες! Οι φόβοι μας για καθυστερήσεις δεν επιβεβαιώθηκαν. Φοβερή οργάνωση. Παρότι ήμασταν λογικά στην ουρά της κούρσας και είχαν περάσει από εκεί πάνω από 2.000 αθλητές, τα πάντα ήταν στην θέση τους και μάλιστα σε αφθονία και το κυριότερο χωρίς αναμονές ούτε δευτερόλεπτο. Επαγγελματισμός στην καλύτερη του εκδοχή. Οι εθελοντές χόρευαν και τραγουδούσαν στους ρυθμούς των τυμπάνων που είχαν στηθεί στην πλατεία. Προσπαθώντας να μην παρασυρθούμε, ξεκινήσαμε το πρωτόκολλο τροφοδοσίας που ακολουθήσαμε έπειτα σε όλους τους σταθμούς. Ένα πιάτο ζεστής σούπας με noodles, μια φέτα ψωμί μέσα για να ρουφήξει το ζουμί, μετά μπόλικο ψωμί με επιλογή από τεράστια ποικιλία και ποσότητα τυριών και βέβαια… coca-cola! Όσο το σιχαίνομαι αυτό το «αναψυκτικό» στην καθημερινότητα, τόσο ήπια σε αυτόν τον αγώνα! Άτιμο φάρμακο, σου φτιάχνει το στομάχι, έχει και ζάχαρη, ε, κάμπτονται οι αντιστάσεις…εύκολα!

 

Φύγαμε από εκεί ακριβώς στον χρόνο που είχαμε στο πλάνο μας. Το οποίο ήταν απλό. Αργά αλλά σταθερά να κερδίζουμε χρόνο από τα ενδιάμεσα χρονικά όρια για να έχουμε ένα «μαξιλαράκι» χρόνου στο τέλος περίπου 2 ώρες για να απολαύσουμε τον αγώνα μας.

 

Από εκεί μια ελαφριά και εύκολη ανηφόρα δίπλα σε ένα πανέμορφο ρυάκι με την φύση να θυμίζει το Φαρασινό (όσοι ξέρουν καταλαβαίνουν, όσοι δεν ξέρουν … καλά θα κάνουν να το μάθουν!!!) θα μας έφερνε στον τελευταίο σταθμό ακριβώς πριν «μπούμε στα βουνά» και πέσει και η νύχτα, στο Les Contamines (31Κ). Εκεί βγήκε και ο … νυχτερινός εξοπλισμός αφού η δροσιά είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή και το φως να λιγοστεύει διαρκώς. Όλα πήγαιναν βάσει του πλάνου μέχρι το δευτερόλεπτο. Ήμασταν στο Les Contamines μισή ώρα πριν το κλείσιμο του σταθμού. Φεύγοντας από εκεί είδαμε και τον Βαγγέλη τον Δρόσο που έμπαινε εκείνη την ώρα. Ήταν και η τελευταία φορά που είδαμε Έλληνα φίλο μέχρι λίγο πριν τον τερματισμό. Φεύγοντας, ανηφορική άσφαλτος με έφερνε στην βάση της πρώτης σοβαρής ανηφόρας του αγώνα που βγάζει στο καταφύφιο Croix Bonhomme (44K) με υψομετρική ανάβαση 1400D+ σε 11 χιλιόμετρα. Στην μέση της ανηφόρας περάσαμε και από ένα όμορφο καταφύγιο στο La Balme (39Κ) όπου είχε στηθεί ένας όμορφος ενδιάμεσος σταθμός. Κάπου εκεί χρειάστηκα και την πρώτη αμπούλα γκουαράνας πριν η νύστα αρχίσει να με καταβάλλει. Όλα καλά … εκτός από το στομάχι του Σοφοκλή που τον ταλαιπωρούσε σχεδόν από την αρχή. Έμπειρος όμως καθώς είναι, έλυσε το πρόβλημα με ένα Zantac. Σε τόσο μεγάλους αγώνες αν μας ενοχλεί κάτι, δεν το αφήνουμε να πάρει διαστάσεις. Το λύνουμε αμέσως, πριν μας στοιχίσει. Ειδικά στομάχι και φουσκάλες. Μπορεί να στοιχίσουν ολόκληρο τον αγώνα. Καλός ο χρόνος μας στο La Balme αφού κερδίσαμε κάποια λεπτά επιπλέον συνεχίσαμε με τον ίδιο ρυθμό για το διάσελο Col du Bonhomme δύο χιλιόμετρα πριν το καταφύγιο. Εκεί το τερέν έγινε αρκετά δύσκολο. Πετρώδες μονοπάτι σε συνδυασμό με την πολυκοσμία παρότι η κλίση είχε μειωθεί, μας κούρασαν λίγο μέχρι να βγούμε στο τέρμα της ανηφόρας, στο καταφύγιο Croix Bonhomme (44K), χάνοντας κάποια λεπτά από αυτά που είχαμε κερδίσει.

 

Από εκεί μας περίμεναν 6 χιλιόμετρα κατηφόρας μέχρι τον επόμενο σταθμό Les Chapieux (50K). Τα πήγαμε καλά μιας και κερδίσαμε χρόνο που εκμεταλλευθήκαμε στον σταθμό για ανασύνταξη πριν την επόμενη μεγάλη ανηφόρα του αγώνα που βγάζει στο Col de la Seigne (60Κ) με 1.000 μέτρα ανάβασης. Με το γνώριμο τέμπο μας περνούσαμε σιγά σιγά κόσμο, χωρίς να το προσπαθούμε. Η ανηφόρα είχε ζόρικη κλίση κατά διαστήματα. Στην μέση της ανηφόρας σταθήκαμε για μία στιγμή. Μία από τις καλύτερες στιγμές και εικόνες του αγώνα. Μία εικόνα που όσο και να προσπαθήσουμε δεν θα ζήσουμε στην Ελλάδα. Απόκοσμο θέαμα που δεν μπορεί να το αποτυπώσει ο φωτογραφικός φακός μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Το μυαλό όμως και η καρδιά είναι τα καλύτερα φιλμ εντυπώσεων και εμπειριών. Σήκωνες το κεφάλι και έβλεπες ένα ποτάμι εκατοντάδων φακών να σκαρφαλώνουν το βουνό και να σε αποκαρδιώνουν. Γύριζες πίσω και έβλεπες το ποτάμι να έρχεται ορμητικό πίσω σου. Όλα αυτά σε μια μαγική βραδιά, κάτω από έναν ουράνιο θόλο γεμάτο αστέρια και αστερισμούς. «Conquest Of Paradise»

 

Λίγο μετά το Lac Combal (65K). Απίστευτες εικόνες...

 

Λίγο πριν το διάσελο Col de la Seigne (60Κ) ήρθε η ώρα των δικών μου στομαχικών προβλημάτων που παρόλα αυτά λύθηκαν με … πιο φυσιολογικό τρόπο μετά από δύο αναγκαστικές στάσεις! Εκεί τα πράγματα έγιναν λίγο άγρια. Αρκετό κρύο και πολύ πυκνή ομίχλη τα οποία ευτυχώς όταν αρχίσαμε να κατεβαίνουμε –και το κάναμε γρήγορα- έγιναν πιο ήπια. Τα επόμενα πέντε κατηφορικά χιλιόμετρα μέχρι το Lac Combal (65K) ήταν αρκετά εύκολα και μας έδωσαν την ευκαιρία να μεγαλώσουμε το «μαξιλαράκι» χρόνου που στο μεταξύ μεγάλωνε συνέχεια σχεδόν στην 1,5 ώρα! Εκεί μας πέτυχε και το ξημέρωμα, σε μία τοποθεσία απίστευτου φυσικού κάλλους, σε μια πανέμορφη κοιλάδα με τις άγριες κορφές και τους παγετώνες της Ιταλικής πλευράς των Άλπεων να κρέμονται από πάνω μας. Το ξημέρωμα μας έδωσε δύναμη και ο ήλιος σιγά σιγά ζεστασιά ανεβαίνοντας για την κορφή Arete du Mont Favre (68,5Κ), την τελευταία πριν την κατηφόρα για Courmayer. Πολύ όμορφο όσο και δύσκολο το ανέβασμα όπως και το θέαμα στις γύρω κορφές που σιγά σιγά απλωνόταν γύρω μας. Κάπου εκεί μετά από μία επιβεβλημένη στάση για φωτογραφία και αλλαγή μπλούζας μιας και ο ήλιος είχε βγει για τα καλά άρχιζε και η κατηφόρα για το Courmayer (79K). Πριν φτάσουμε στο Courmayer περάσαμε από έναν υπέροχο σταθμό στο Col Checrouit (73Κ) κάνοντας ένα πολύ μικρό διάλλειμα για να χαζέψουμε και την υπέροχη θέα. Είχαμε πια ζεσταθεί για τα καλά και γίναμε … καπνός!!!! Στην κυριολεξία όμως μιας και το αμμώδες μονοπάτι μας ανάγκασε να βάλουμε τα buff στο στόμα και στην μύτη για να μην εισπνέουμε σκόνη και να θέλουμε να κατέβουμε όσο τον δυνατόν πιο γρήγορα από αυτό το πράγμα! Σκέφτηκα ότι αυτό το τερέν μετά από βροχή θα είναι απίστευτα γλιστερό οπότε είπα «άστα μεγάλε, φάε σκόνη τώρα, μια χαρά είσαι…»

 

Το πρώτο ξημέρωμα μας βρήκε στο Arete du Mont Favre...

 

Στο Courmayer (77K) είναι και ο μεγαλύτερος σταθμός του αγώνα όπου βρίσκεται και το drop bag οπότε η πρώτη μεγάλη στάση ήταν επιβεβλημένη μιας και διατηρούσαμε το «μαξιλαράκι» της 1,5 ώρας. Πολύ σημαντικό να ξέρεις πριν φτάσεις στον σταθμό τι πρέπει να κάνεις και με ποια σειρά. Συνήθως δεν κάνεις τίποτα σωστά … αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία!!! Κάλτσες, gewhol, compeed όπου ήταν απαραίτητο, μεταφορά ρουχισμού και φαγητού στο σακίδιο για την 2η νύχτα, λίγο φαϊ και φύγαμε για μία ακόμη δύσκολη ανηφόρα. Μισή ώρα ξοδέψαμε εκεί, θα μπορούσαμε να κάνουμε και πιο γρήγορα αλλά όταν φεύγεις ξεκούραστος και με συγκεντρωμένο μυαλό από έναν τόσο σημαντικό σταθμό, τον χρόνο τον κερδίζεις…

 

Εντυπωσιακό το μονοπάτι ανάμεσα σε Bertone και Bonatti

 

…Όπως και κάναμε στην ανάβαση για το καταφύγιο Bertone (82Κ). Γνώριμα τα μέρη για μένα αφού είχα επισκεφτεί το μέρος εκεί το 2010 στο CCC. Διαφορετικές οι συνθήκες τότε, όπως και διαφορετικό το μονοπάτι που πήραμε τελικά αφού τώρα μας έβγαλε καρφί κάτω από το καταφύγιο. Η ζέστη είχε αρχίσει να ενοχλεί αλλά ευτυχώς υπήρχαν αρκετά νερά παντού όπως και στον σταθμό σε αφθονία. Από εκεί πήραμε ένα καταπληκτικό μονοπάτι σε μία ισουψή, ίσως το ομορφότερο μονοπάτι του αγώνα που θα μας έβγαζε στο επόμενο καταφύγιο το Bonatti (89K). Απίστευτη η θέα των κορφών και των παγετώνων απέναντι σε συνδυασμό με το όμορφο μονοπάτι που έδινε την δυνατότητα τρεξίματος. Ίσως από τις πιο απολαυστικές στιγμές του αγώνα! Η Ιταλική πλευρά του Mont-Blanc είναι πιο άγρια και χαρίζει εντυπωσιακές πράγματι εικόνες. Εγώ μέσα στην καλή χαρά έτρεχα πάνω κάτω βγάζοντας φωτογραφίες και video ενώ ο Σοφοκλής ήταν αφοσιωμένος επί τω έργω! Στο Bonatti (89Κ) φτάσαμε κερδίζοντας κι άλλο χρόνο, κάτι που μας γέμισε με ενθουσιασμό και ελπίδα ότι … κάτι μπορεί να γίνει μιας και είχαμε περάσει ήδη το μισό του αγώνα χιλιομετρικά … αλλά όχι όμως και χρονικά μιας και τα δύσκολα έρχονται στο τέλος! (Μεγάλο σχολείο ο ROUT…) Στον σταθμό Arnuva (94Κ) με όριο τις 23.45 φτάσαμε σε 21.51 σχεδόν δύο ώρες που μας εξασφάλιζαν μια κάποια ασφάλεια. Φάγαμε και ήπιαμε καλά εκεί γιατί μας περίμενε ίσως η πιο δύσκολη (όσον αφορά την κλίση) ανηφόρα του αγώνα που μας έβγαζε στο Grand Col Ferret (99K). 4,5 χλμ με 754 D+ Ευτυχώς το αεράκι που είχε σε εκείνο το σημείο μετρίασε την μεσημεριανή ζέστη, έτσι η ανηφόρα βγήκε αρκετά καλά, κερδίζοντας επιπλέον χρόνο από τις προβλέψεις μας. Η κατηφόρα από εκεί και μετά σε αρκετά εύκολο τερέν και με ομαλές κλίσεις μας έφερε στην Ελβετική μεριά και στον επόμενο μεγάλο σταθμό, στο La Fouly (109K). Το «μαξιλαράκι» μας είχε πια φτάσει κατά την αναχώρηση από τον σταθμό στις 2,5 ώρες. «Μάλλον πάμε καλά Σόφο» του λέω…

 

Στο καταφύγιο Bonatti ήταν εκπληκτική η θέα των γύρω κορφών 

 

Συνεχίζοντας κατηφορικά σε μια όμορφη παραποτάμια διαδρομή που μας έφερνε σε μερικά πανέμορφα Ελβετικά χωριουδάκια έφερα στο νου μου την διαδρομή που είχα κάνει πριν τρία χρόνια όντας τελείως πρωτόπειρος τότε αλλά και ταλαιπωρημένος από τον καιρό. Πολύ όμορφη η διαδρομή σε αυτό το κομμάτι του αγώνα, προσφέρεται για όμορφο τρεξιματάκι. Λίγο πριν αρχίσει η ανάβαση για το Champex-Lac (122K) ήρθε η ώρα της 2ης νύχτας. Πολύς ο λόγος που είχαμε με τον Σοφοκλή για αυτήν. «Να κοιμηθούμε για ένα τεταρτάκι κάπου»; «Να πάμε όπως είμαστε και βλέπουμε»; Η 2η νύχτα ήταν αχαρτογράφητο ταξίδι και για τους δύο μας. Αυτή όμως δεν είναι και η μαγεία; Το άγνωστο, το ανεξερεύνητο είναι αυτό που μας κάνει να Ζούμε, να Υπάρχουμε. Αυτά τα περίφημα όρια που θα κάθε φορά δοκιμάζουμε, τώρα ήρθε ξανά η ώρα τους. Δεύτερη νύχτα στο βουνό, δεύτερη νύχτα σε μια αθλητική δοκιμασία. Ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές μου μοιάζει αδιανόητο. Πήραμε την απόφαση να μην κοιμηθούμε ούτε δευτερόλεπτο και … ο Θεός βοηθός! Σε όλη την διάρκεια του αγώνα από το μεσημέρι και μετά βλέπαμε συναθλητές να την έχουν πέσει για «ύπνο» στα πιο απίθανα μέρη. Εμείς επιμείναμε στην απόφασή μας…

 

Στο Champex-Lac (122Κ) φτάσαμε με περιθώριο σχεδόν τριών ωρών σε 29:11! Déjà vu με το 2010 αφού την ίδια ώρα είχα φτάσει και τότε εδώ (με την διαφορά ότι τώρα είχα και μία μέρα αγώνα στα πόδια μου παραπάνω!!!!). Φάγαμε, ήπιαμε, ντυθήκαμε καλά και φύγαμε γρήγορα μιας και έκαναν τον λάθος να ζεσταίνουν με σόμπες τους σταθμούς εκεί και μετά να πρέπει να … τρέχουμε για να ζεσταθούμε!! Γεμίσαμε και τα εξτρά μπουκαλάκια γιατί θα συναντούσαμε νερό μετά από πέντε ώρες. Χαλαρό τρεξιματάκι στον κατηφορικό χωματόδρομο μέχρι την βάση της ανηφόρας. Είχα ξεχάσει αυτή την ανηφόρα. Το 2010 είχα επικεντρωθεί στο κρύο, στην βροχή και το ποτάμι που είχε δημιουργηθεί μέσα στο μονοπάτι και δεν είχα προσέξει πόσο άσχημο είναι το ανέβασμα. Αυτή η ανηφόρα και το κατέβασμα για Trient όπως και το επόμενο για Vallorcine είναι ίσως από τις πιο δύσκολες του αγώνα όσον αφορά το τερέν. Όλη η δυσκολία μαζεμένη σε αυτές τις δύο. Σε κάνενα άλλο σχεδόν σημείο της διαδρομής δεν «παραπονιόσουν» για το τερέν, παρά μόνο για τις κλίσεις. Εδώ το πρόβλημα ήταν … και τα δύο. Βάλτε και την συσσωρευμένη πια κούραση μετά από 30 ώρες αγώνα… Στην ανηφόρα άρχισαν και τα προβλήματα για μένα. Ο δεξιός τετρακέφαλος σε κάθε βήμα που έκανα άρχισε να μου δίνει έντονες σουβλιές. Το αγνόησα μιας και το θεώρησα περαστικό. Μέχρι το τέλος της ανηφόρας στο Bovine (132K) είχε γίνει ανυπόφορος. Πως θα κατέβαινα; Οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Μόλις φτάσαμε στην πορτίτσα από όπου και ξεκινάει το κατηφορικό και άσχημο μονοπάτι, κάθε βήμα ήταν και μια σουβλιά. Προσπαθούσα να βρω τρόπους να το πατάω και να μην πονάω και διαπίστωσα ότι αν είναι κλειδωμένο το πόδι, ο τετρακέφαλος δεν πόναγε. Μεταφερόταν βέβαια όλη καταπόνηση στο γόνατο αλλά μέχρι εκείνη την στιγμή όλα τα υπόλοιπα μέλη πλην του τετρακέφαλου που με πρόδωσε ήταν σε εξαιρετική κατάσταση. Ευτυχώς.

 

Στο Trient (137K) παρόλο το πρόβλημα που είχε προκύψει είχαμε κερδίσει και άλλη διαφορά από το χρονικό όριο φτάνοντας πάνω από τις τρεις ώρες! Ή είχαν χαλαρώσει τα όρια ή εμείς πηγαίναμε καλά. Μάλλον και τα δύο. Μόλις μας σκανάρουν τα νούμερα και λίγο πριν μπούμε στην τέντα του σταθμού ακούμε … συρτάκι! Μα τέτοια σύμπτωση; Αποδείχθηκε ότι μόνο σύμπτωση δεν ήταν! Με το που σκάναραν τα νούμερα είδαν ότι είμαστε Έλληνες και κατευθείαν από τα μεγάφωνα που έπαιζε μουσική μας αφιέρωσαν συρτάκι και φώναξαν δυνατά τα ονόματά μας μέσα σε πανζουρλισμό από όσους βρίσκονταν στον σταθμό! Συγκλονιστικές στιγμές…

 

Προσπάθησα να δέσω με επίδεσμο τον τετρακέφαλο για να είναι πιο σταθερός σε μία προσπάθεια κατευνασμού του πόνου χωρίς παυσίπονο. Στο ξεκίνημα της ανηφόρας ήταν καλά, είχα βρει και έναν τρόπο πατήματος («η πάπια»), έσφιξα τα δόντια και συνέχισα χωρίς να λέω πολλά πολλά στον Σοφοκλή. Στα σκαλιά του μονοπατιού προσπαθούσα να χρησιμοποιώ μόνο το αριστερό πόδι για να ανεβαίνω μέχρι που καταλάβαινα ότι πάει να τραβήξει το γαστροκνήμιο πίσω και έβαζα στον χορό και το δεξί πόδι. Κάθε βήμα σχεδόν και (εσωτερικό) βογγητό μιας και έχουμε και μια αξιοπρέπεια! Λίγο πριν το τέλος της ανηφόρας δεν πήγαινε άλλο. Πήρα ένα Ponstan το οποίο έδρασε μέσα σε δευτερόλεπτα, όπως μέσα σε δευτερόλεπτα χώνευα αυτά που έτρωγα! Για λίγο ο πόνος –απλά- μετριάστηκε και μπορούσα να ανεβαίνω ανεμπόδιστα. Στο τέλος της ανηφόρας, στο Catogne (144K) διατηρήσαμε την διαφορά που είχαμε φτιάξει. Το ίδιο μοτίβο συνεχίστηκε και στην αρχή της κατηφόρας που ήταν αρκετά ομαλή. Όχι όμως και η συνέχειά της η οποία μας ταλαιπώρησε και τους δύο. Ο Σοφοκλής είχε πρόβλημα με μία φουσκάλα που δεν είχε περιποιηθεί για ώρα και ο δικός μου πόνος είχε επιδεινωθεί. Το Ponstan είχε εξανεμιστεί σε μισή ώρα. Το κατέβασμα αυτό και μέχρι να φτάσουμε στην Vallorcine (150Κ) ήταν ίσως από τα πιο «low» σημεία του αγώνα μας. Η κούραση και η ατονία –όχι ακριβώς νύστα- με είχαν καταβάλλει. Οι δύο γκουαράνες και το τζελάκι καφεϊνης απλώς δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ο Αγώνας ξεκινούσε. Φτάσαμε στο Vallorcine (150Κ) χάνοντας λίγο από τον χρόνο μας και καθίσαμε εκεί περίπου μισή ώρα. Παντού έβλεπες κουρασμένες και καταβεβλημένες φιγούρες. Σε κάθε γωνιά του σταθμού αθλητές αποζητούσαν λίγα λεπτά ύπνου και χαλάρωσης. Οι 38 ώρες αγώνα και οι δύο νύχτες είχαν κάνει το παιχνίδι τους. Είχε έρθει όμως η ώρα να κάνουμε το δικό μας παιχνίδι. Η τελευταία ανηφόρα που τόσα είχα ακούσει για αυτήν, το ανέβασμα στο La Tete Aux Vents (158Κ), στην «Κεφαλή του Ανέμου» όπως μεταφράζεται στα ελληνικά. Τέσσερα χιλιόμετρα με 660 θετική υψομετρική σε ένα δύσκολο και βραχώδες τερέν μετά από 156 χιλιόμετρα και 40 ώρες αγώνα περίπου. Από μόνο του ικανό να σε καταβάλλει. Μας έλεγε εδώ και χρόνια ο Καζούρης ότι «αν δεν κάνετε αυτή την ανηφόρα, δεν έχετε κάνει UTMB». Δημήτρη αυτή την ανηφόρα στην αφιερώνουμε και θα την ανέβουμε για σένα! Ξεκινήσαμε δυνατά την ανηφόρα παρόλους τους πόνους μου που με άφηναν πίσω από τον Σοφοκλή που ήταν πιο δυνατός. Σιχτίριζα την τύχη μου γιατί κατά τα άλλα εκτός από τον τετρακέφαλο και μια μικρή ατονία ήμουν πολύ καλά και αισθανόμουν ότι τον καθυστερώ. Το ξημέρωμα όμως, η ζεστασιά του ήλιου και η ζεστασιά των αγκαλιών που με περίμεναν στον τερματισμό με βρήκαν σιγά-σιγά να αναλαμβάνω δυνάμεις. Φοβερό πράγμα η ψυχολογία ρε παιδιά. Ο πόνος υπήρχε. Σε κάθε βήμα. Είχε κρυφτεί όμως πίσω από την λαχτάρα του τερματισμού και την επιθυμία να πνιγείς στις αγκαλιές των δικών σου ανθρώπων. Μετά το χιονοδρομικό La Flegere (160K) και μία μίνι στάση για νερό και φαγητό, τίποτα δεν μας κρατούσε. Τρέχαμε όπου μπορούσαμε, περπατούσαμε όπου το μονοπάτι δεν το επέτρεπε.

 

Όσο κατεβαίναμε ο κόσμος πύκνωνε. «Allez, allez, finisher» ακούγαμε όλο και πιο συχνά από πεζοπόρους ή απλούς θεατές του αγώνα που είχαν ανέβει το μονοπάτι να μας τιμήσουν. Finisher? Του UTMB? Πριν μερικά χρόνια ένα καλό αστείο… Κατεβαίνοντας το μονοπάτι φάρδαινε σε έναν άνετο χωματόδρομο. Κάπου εκεί συναντήσαμε και τον Σπύρο τον Μάθεση που προσπαθούσε να δέσει μια ελληνική σημαία στο μπατόν! Αντάμωση μετά από 43 ώρες αγώνα! Τελικά παντού υπάρχουν Έλληνες! Φτερά στα πόδια μας. Ο πόνος υπήρχε για να μου θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι και όχι υπεράνθρωποι. Ότι το σώμα έχει όρια. Όχι όμως και το πνεύμα, η καρδιά, το μυαλό και η ψυχή. Δεν γίνεται να τα φυλακίσεις αυτά, απλά δεν γίνεται. Ειδικά όχι τέτοιες στιγμές, δύο χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό. Τελειώνει ο βασανιστικός χωματόδρομος και μπαίνουμε στις παρυφές του χωριού. Κόσμος σε κάθε μέτρο μας χειροκροτεί. Δεν γίνεται ρε παιδιά αυτό το πράγμα, απλά δεν γίνεται. «Conquest Of Paradise». «Σοφοκλάκο αυτές οι στιγμές είναι δικές μας, τρία χρόνια παλέψαμε, μοχθήσαμε, ιδρώσαμε, ξενυχτήσαμε για αυτές». Μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά μέσα στο Chamonix εκατοντάδες κόσμου δεξιά-αριστερά. Εγώ όμως ψάχνω για αυτά τα δύο μικρά ανθρωπάκια και τον άνθρωπο που μου έχει συμπαρασταθεί και με περιμένει καρτερικά. Σε μια στροφή του δρόμου τα βλέπω! Δεν μπορώ να συγκρατηθώ! Τους θέλω όλους να τρέξουν δίπλα μου. Η Ρουμπίνα δεν αφήνει τα παιδιά «Τρέξε με τον Σοφοκλή, είναι δικός σας ο τερματισμός» Δεν είναι. Είναι όλων μας. Εσείς με φέρατε μέχρι εδώ…

 

Ακούω φωνές γνώριμες, ελληνικές. Κατσιρόπουλος, Αλαμάνος, Αρκουδής και τα άλλα παιδιά μας περίμεναν για μια υποδοχή άνευ προηγουμένου. Δεν περίμενα τέτοια υποδοχή, απίστευτα συναισθήματα. Τρέχουμε μαζί μέχρι την τελική ευθεία τραβώντας μας συνεχώς φωτογραφίες και βίντεο. Ο κόσμος στον τερματισμό εκατοντάδες. Μας αφήνουν τα παιδιά με τον Σοφοκλή μόνους μας να απολαύσουμε αυτά τα τελευταία μέτρα. Ας σταματήσει κάποιος τον χρόνο. Τρία χρόνια το περιμένω αυτό, δεν θέλω να τελειώσει. Ενώνουμε τα χέρια, τα σηκώνουμε ψηλά. Μοναδική στιγμή. ΣΟΦΟΚΛΗ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. Έρχεται από πίσω μου το μεγάλο ανθρωπάκι και πνίγεται στην αγκαλιά μου. Δεν μπορώ να συγκρατήσω την συγκίνησή μου. Λίγο μετά έρχεται και το πιο μικρό ανθρωπάκι μαζί με την Ρουμπίνα. Πνίγομαι στις αγκαλιές τους… Τελικά αυτός είναι ο λόγος που τρέχουμε, αυτές οι ελάχιστες στιγμές που μας στιγματίζουν για μια ζωή και τις θυμόμαστε για πάντα…«Conquest Of Paradise»...

 

 

Δεν θα ξεχάσω τις ατέλειωτες ώρες προπόνησης στα βουνά μαζί με τον Αδερφό Σοφοκλή και τον Δάσκαλο Καζούρη με σχέδια και όνειρα για την Ροδόπη αλλά και τον μεγάλο επόμενο στόχο που δεν ήταν άλλος από το UTMB όλα αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν που είναι το μεγαλύτερο κέρδος που θα κρατήσω για πάντα φυλαγμένο στην καρδιά μου. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη προσπάθεια στο CCC του 2010 με τον φίλο Νίκο. Ήταν η αρχή. Δεν θα ξεχάσω τις αξημέρωτες προπονήσεις με τον Λουκά φέτος που με ανέχτηκε όταν γκρίνιαζα ότι πάμε πολύ γρήγορα. Λουκά σε ευχαριστώ, έχεις μεγάλο μερίδιο σε αυτό, όπως και σε ευχαριστώ για τα τόσα μηνύματα στην διάρκεια του αγώνα. Δεν θα ξεχάσω το παρακάτω sms που διάβασα στο La Foully «Μην ζητάς την νίκη, ζήτα μόνο το κουράγιο. Γιατί αν αντέξεις τιμάς τον εαυτό σου. Πιο σημαντικό, εάν αντέξεις τιμάς όλους εμάς. Αισχύλος» από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο. Φίλε Δημήτρη εσύ με τίμησες, όχι εγώ. Δεν θα ξεχάσω (ποτέ όμως) εκείνο το email του Τρουπή που ήταν το εφαλτήριο για μια καινούρια φιλία αλλά και την απόφαση να συνεχίσω να τρέχω στο βουνό. Δεν θα ξεχάσω τον Λάζαρο, τον Χρήστο και τον Ηλία που με τον δικό τους αγώνας μας έμαθαν τόσα πολλά. Δεν θα ξεχάσω όλους τους φίλους που μου έστειλαν μηνύματα, πριν, κατά την διάρκεια και μετά τον αγώνα. Τέλος δεν θα ξεχάσω αυτά τα δύο μικρά ανθρωπάκια και την γυναίκα μου που με κοίταζαν με τόση προσμονή και λαχτάρα για να με ξαναδούν κοντά τους όταν αποχωριστήκαμε πριν τον αγώνα. Εσάς τους τελευταίους σας ζητώ να με υποστείτε για αρκετά χρόνια … υπάρχουν πολλά βουνά ακόμα!

 

Περιχαρείς με τα Finisher vests στο χέρι...

 

Ο αγώνας έχει κερδίσει δίκαια την φήμη και την δημοφιλία του. Φοβερή οργάνωση σε όλα τα επίπεδα, απίστευτη διαδρομή, υποδειγματική σήμανση, πολύ καλή τροφοδοσία, καλές παροχές. Το σημαντικότερο όλων είναι άλλο και είναι αυτό που πρέπει να σταθμίσει κανείς για να προσπαθήσει να συμμετάσχει: Αισθάνεσαι στο "σπίτι σου" και όχι "ξένος". Δεν σε κοιτάνε οι μπαρμπάδες στα καφενεία με μισό μάτι. Η υποστήριξη του κόσμου όχι μόνο στην εκκίνηση ή στον τερματισμό αλλά καθόλη την διάρκεια του αγώνα είναι συγκλονιστική και είναι αυτό που αξίζει να ζήσει κάποιος ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης. Η κουλτούρα των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή είναι μπολιασμένη με αυτό που κάνουμε, είναι κάτι φυσιολογικό και όχι "εξωγήινο". Όλοι οι άνθρωποι της κοιλάδας τρέφουν απίστευτο σεβασμό στους αθλητές και αυτό είναι κάτι που το ζεις και το νιώθεις κάθε στιγμή...

 

Για την ιστορία, παραθέτω και τις επιδόσεις όλων των Ελλήνων φίλων που έτρεξαν μαζί μας και στους δύο αγώνες του αξέχαστου εκείνου Σαββατοκύριακου

UTMB

- Μωυσής Φολτόπουλος - 30:22
- Προκόπης Αρκουδής - 32:55
- Σοφοκλής Μαραβέγιας - 43:36
- Τάκης Τσογκαράκης - 43:36
- Σπύρος Μάθεσης - 43:37
- Βαγγέλης Δρόσος - 45:22
- Θοδωρής Κακουλίδης - 110Κ
- Jean-Paul Goutorbe - 110K
- Βασίλης Αλαμάνος - 39Κ

 

CCC

- Θανάσης Καλογερόπουλος - 17:37
- Κώστας Πολυδάκης - 18:42
- Χρήστος Μπαλτατζής - 21:08
- Κώστας Δανάσκος - 21:08
- Χρήστος Κατσιρόπουλος - 22:29
- Αγκόπ Κνούνη - 22:57

Τάκης Τσογκαράκης

Η αγάπη του για το βουνό ξεκινάει πολλά χρόνια πίσω με τις πρώτες αναβάσεις στην αγαπημένη του Πάρνηθα και μετέπειτα με την σχολή Ορειβασίας του ΕΟΣ Αχαρνών. Το 2007 έτρεξε τον πρώτο του αγώνα ορεινού τρεξίματος και από τότε ονειρεύεται "όλο και ψηλότερα, όλο και μακρύτερα". Ελπίζει να το κάνει για πολλά χρόνια ακόμα...

www.advendure.com