
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
Τι χρειαζόμαστε:
• 150 – 200 ορεινούς δρομείς (λίγο πάνω, λίγο κάτω δεν χάλασε ο κόσμος) κατά προτίμηση εγχώριους,
• 500 -600 κιλά πατάτες Νευροκοπίου καθαρισμένες και κομμένες,
• 350 κρεμμύδια κομμένα σε ροδέλες,
• 240 πράσινες, 240 κόκκινες και 240 κίτρινες πιπεριές κομμένες σε λωρίδες,
• 280 κιλά τοματίνια,
• 2580 κουτάλες της κατσαρόλας μουστάρδα,
• 4720 κουτάλες της κατσαρόλας μαγιονέζα (light ή κανονική),
• 260 λίτρα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο,
• 15 κιλό αλάτι,
• 10 κιλά φρεσκοτριμμένο πιπέρι,
• 80 λίτρα ξύδι,
• 170 λίτρα νερό
Για την Μαρινάδα:
Εκτέλεση:
Από το προηγούμενο βράδυ περνάμε τους δρομείς από την μαρινάδα, την οποία έχουμε φτιάξει ανακατεύοντας όλα τα υλικά σε ένα βαθύ μπολ, και τους αφήνουμε στο Τσεπέλοβο για να πάρουν νοστιμιά.
Σε μια τεράστια γάστρα τοποθετούμε τις κομμένες πατάτες, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και τα τοματίνια.
Στη συνέχεια βάζουμε τους δρομείς τους οποίους είχαμε αφήσει να μαριναριστούν στο Τσεπέλοβο από το προηγούμενο βράδυ.
Ψήνουμε όλα τα υλικά για μία ώρα στο Φαράγγι του Βίκου, το οποίο έχουμε προθερμάνει στους 220ο βαθμούς από πριν, στην ένδειξη με την πάνω – κάτω αντίσταση (προσοχή χωρίς αέρα).
Στο μεταξύ ανακατεύουμε τη μουστάρδα, τη μαγιονέζα, το λάδι, το ξύδι και το νερό για να φτιάξουμε τη σος με την οποία θα περιχύσουμε αργότερα το φαγητό μας.
Στην ώρα επάνω βγάζουμε τη γάστρα από το Φαράγγι του Βίκου, περιχύνουμε με τη σος, ανακατεύουμε, αλατοπιπερώνουμε και τοποθετούμε και πάλι τη γάστρα στο Φαράγγι για άλλο ένα τρίωρο ίσως και τετράωρο.
Το φαγητό είναι έτοιμο όταν όλοι οι δρομείς έχουν ψηθεί καλά και είναι νόστιμοι και γρατζανιστοί!
Το καλό, λοιπόν, με τη συγκεκριμένη “συνταγή” είναι πως την είχα δοκιμάσει πριν δυο χρόνια, όταν ο Βασίλης Τζουμάκας αποφάσισε να μας τη σερβίρει για πρώτη φορά. Άρα φέτος θα είχα την ευκαιρία όχι μόνο να δω ξανά μερικά από τα πιο όμορφα τοπία της Ελλάδας αλλά και να συγκρίνω δύο πιάτα τα οποία, είναι γεγονός πλέον, προσελκύουν αρκετό κόσμο!

Άφιξη στο Τσεπέλοβο αργά το απόγευμα της Παρασκευής. Δεκάδες αυτοκίνητα που βρίσκονται παρκαρισμένα κατά μήκος του δρόμου και μέσα στο χωριό μαρτυρούν ένα και μόνο πράγμα, στο Τσεπέλοβο έχουν στήσει ένα μεγάλο πανηγύρι που θα κρατήσει ολόκληρο το τριήμερο! Στη γραμματεία του αγώνα υπάρχει αρκετός συνωστισμός από αθλητές όμως οι εθελοντές, που εργάζονται πυρετωδώς, δεν αφήνουν κανένα να περιμένει πολύ και να χαλάσει τη διάθεσή του, παρότι παραδίδουν τα νούμερα σε όλους τους δρομείς που θα αγωνιστούν την επομένη στον ultra των 80 χιλιομέτρων αλλά και στον μαραθώνιο. Κάπου εκεί μέσα στον κόσμο αρχίζω να διακρίνω πολλά γνωστά πρόσωπα. Πραγματικά, ποτέ δεν έχω καταλάβει γιατί όταν βλέπω φίλους πριν από κάποιο αγώνα να παίρνουν το νούμερό τους το πρώτο που θα τους ρωτήσω είναι «Θα τρέξεις;». Παρόλα αυτά κατάφερα και ξετρύπωσα την καλή φίλη, και αδερφή ενός επίσης καλού φίλου, Ελπίδα Δεσποινιάδου, η οποία δεν είχε έρθει να τρέξει αλλά να αποθανατίσει τα χάλια μας κατά τη διάρκεια του αγώνα. Και ενώ οι μετεωρολογικές προβλέψεις έδιναν αρκετά υψηλές θερμοκρασίες για την ημέρα του αγώνα, έξω στο Τσεπέλοβο έχει ξεσπάσει μπόρα και η ένταση της βροχής είναι τόσο δυνατή που πρέπει να φωνάζεις σχεδόν για να ακούγεσαι. Γιούπι!!! Ευτυχώς θα έχουμε δροσιά αύριο, σκέφτομαι. Με την χαρούμενη αυτή σκέψη στο νου παίρνω από το εστιατόριο τη μερίδα μου για να τη φάω στο ξενώνα που μένω. Το αλουμινένιο κεσεδάκι περιέχει αρκετή μακαρονάδα με σάλτσα και ένα κομμάτι πίτα. Σαλάτα, τυρί ή ψωμί δεν υπάρχουν και ‘γω πεινάω σα λύκος από το ταξίδι, μολονότι στο Μέτσοβο κάναμε μια σύντομη στάση για κοκορέτσι, κοντοσούβλι, λουκάνικο και μετσοβόνε.
Το υπόλοιπο βράδυ στο ξενώνα θα κυλήσει ήρεμα, αν εξαιρέσω τον αγαπημένο μου φίλο Νίκο Βιαστικόπουλο που σαν ενοχλητικό κουνούπι βούιζε δίπλα από τα αυτιά μου λέγοντάς μου συνέχεια πόσα χιλιόμετρα θα με περάσει! Τον άφηνα να κοκορεύεται, λοιπόν, μιας που ήξερα ότι το να βρίσκεσαι σε ένα τόσο όμορφο ορεινό χωριό, παρέα με την γυναίκα και το παιδί σου και μακριά απ’ όλες τις καθημερινές υποχρεώσεις που μας κυνηγούν σου παίρνει το μυαλό! Σε “μεθάει” κυριολεκτικά όλο αυτό οπότε λες και καμία “κοτσανα”. Λίγο αργότερα στο δωμάτιο ετοιμάζω τα πράγματα του αγώνα μαζί με τον φίλο Βασίλη Φούντα που θα τρέξει κι αυτός στον T.E.RA. Ο Κώστας Λάμπρου που έχει έρθει για παρέα, αραχτός από το κρεβάτι του, προσπαθεί να βρει λογική σε αυτό που ετοιμαζόμαστε σε λίγες ώρες να κάνουμε. Η λογική του παραλόγου… Εκείνη τη στιγμή θα βρεθώ αντιμέτωπος με δύο διλήμματα τα οποία και πρέπει να λύσω ευθύς αμέσως. Να δώσω drop bag για το σταθμό στο Πάπιγκο ή όχι; Να πάρω μαζί μου μπατόν ή όχι; Με συνοπτικές διαδικασίες, μέσω μιας ασαφούς επιχειρηματολογίας, καταφέρνω να πείσω τον εαυτό μου να μην παραδώσω drop bag και να μη χρησιμοποιήσω καθόλου μπατόν στον αγώνα. Η απόφαση πάρθηκε. Ξυπνητήρι στις 03:30 τα άγρια χαράματα και καληνύχτα.

Τη βαρβαρότητα του μεταμεσονύχτιου ξυπνήματος έρχεται να γλυκάνει το κέικ με κακάο και άλλες λιχουδιές της κυρά Τούλας, της ιδιοκτήτριας του ξενώνα “Πανόραμα”, που σηκώθηκε πιο νωρίς από εμάς για να ετοιμάσει ένα γερό πρωινό ώστε να φύγουμε για το ταξίδι μας γεμάτοι και δυνατοί! Απ’ τα λιθόστρωτα σοκάκια του Τσεπέλοβου εμφανίζονται διαρκώς “ετοιμοπόλεμοι” δρομείς, ζωσμένοι με σακίδια, ζώνες υδροδοσίας, συμπιεστικά ρούχα, μπατόν και άλλα, εικόνα που για τους κατοίκους αυτού του μικρού χωριού έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνώριμη. Στο χώρο της εκκίνησης, κάτω από την αψίδα έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι αθλητές και πολλοί από αυτούς είναι φίλοι που είχα καιρό να δω! Ο Χάρης ο Πολύζος και τα παιδιά από τη Σιάτιστα, Ο Λεωνίδας Αθανασόπουλος, ο Γρηγόρης Λαμπάκης της οικογένειας του “ROUT” και όχι των Λαμπάκηδων, ο Πέτρος Γιάγκου μαζί με το έτερον ήμισυ τη Δέσποινα Γαβριηλίδου, ο Παναγιώτης ο Γούναρης, ο Κώστας ο Σιαμήτρας, ο Χρήστος Κατσιρόπουλος από την Πάτρα τον οποίο είδα μια μέρα αργότερα, ο Ιάκωβος Ζήκας που έκανε εκατοντάδες χιλιόμετρα από τη μακρινή Κω για να βρεθεί κι αυτός στο Ζαγόρι, ο Χρήστος ο Τσιλικίδης, ο γνωστός σε όλους Μιχάλης Στύλλας, η Χριστίνα Μπογιατζή νικήτρια του αγώνα των 21 χιλιομέτρων στις γυναίκες και άλλοι πολλοί που ανυπομονούν να ξεκινήσει ο αγώνας, όλοι τους χαμογελαστοί και ευδιάθετοι! Χαιρετώντας από εδώ και ‘κει τον κόσμο ούτε πήρα χαμπάρι πως ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση και βρεθήκαμε όλοι να ανηφορίζουμε το κεντρικό δρόμο του χωριού. Να φανταστείτε ούτε το Garmin δεν πάτησα να ξεκινήσει! Δεκάδες φακοί σχηματίζουν τώρα μια ουρά που οδεύει γοργά στους πρόποδες του T.E.RAτος! Ένα T.E.RAς που απλώνεται σε 80 δύσκολα, πέτρινα χιλιόμετρα και καλύπτει μια θετική υψομετρική διαφορά 5400 μέτρων, το 80% της οποίας αντιστοιχεί στο πρώτο μισό του αγώνα!
Ο κακοτράχαλος, ανηφορικός χωματόδρομος των πρώτων 5 χιλιομέτρων σε λίγο φτάνει στο τέλος του και παρόλο που δεν μπορώ να δω το καταλαβαίνω από τους φακούς των ελίτ αθλητών που μοιάζουν με άστρα μέσα στη νύχτα που πηγαίνουν να πάρουν τη θέση τους στον απέραντο ουράνιο θόλο που μας σκεπάζει. Το λυκαυγές με βρίσκει με κομμένη την ανάσα, όχι από την παρατεταμένη, απότομη ανηφόρα προς την πρώτη κορυφή του αγώνα στα 2300 μέτρα υψόμετρο αλλά από τους πελώριους πέτρινους γίγαντες που ορθώνουν το ανάστημά τους στα δεξιά και αριστερά μας! Ακλόνητοι στο πέρασμα των αιώνων, ασάλευτοι στα πιο ακραία καιρικά φαινόμενα αυτοί οι θεόρατοι βράχοι μοιάζουν με τους μυθικούς φύλακες του “Τόπου πίσω από το Βουνό”! Το δέος μου θα συνεφέρει μια απότομη γλίστρα και μια πτώση που την απέφυγα στο τσακ! Σ’ αυτό το υψόμετρο το γρασίδι ήταν ακόμα υγρό από την χθεσινή νεροποντή, δημιουργώντας κρυφές παγίδες σε ορισμένα σημεία. Έχω πολύ δρόμο ακόμα μέχρι την Τσούκα Ρόσσα, Κόκκινη Κορυφή, αλλά αισθάνομαι δυνατός και καταφέρνω να διατηρήσω ένα ρυθμό που μου επιτρέπει να φτάσω στα 2300 μέτρα υψόμετρο δίχως να σταματήσω καθόλου. Οι εθελοντές στο σταθμό περιμένουν να μας βοηθήσουν με κάθε δυνατό τρόπο! Μου παίρνουν το φλασκί μέσα από τα χέρια και το γεμίζουν πριν προλάβω καν να τους το ζητήσω! Με ρωτούν αν θέλω να μου γεμίσουν και τα παγούρια όμως τους απογοητεύω αφού με την πρωινή δροσιά δεν έχω προλάβει να πιω καθόλου. Τους χαιρετώ και συνεχίζω, να κατηφορίζω πλέον, προς ένα μικρό πλατώ ακολουθώντας ένα πολύ τεχνικό και συνάμα σαθρό μονοπάτι το οποίο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Φτάνοντας στο πλάτωμα θα διαπιστώσω πως το καταπράσινο χαλί που απλώνεται εμπρός μου δεν είναι παρά το καμουφλάζ ενός αφιλόξενου τερέν με φυτεμένη πέτρα που βρίσκεται από κάτω! Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που σκόνταψα ή πάτησα στραβά καθώς τα αγριολούλουδα και οι φτέρες δε μου επέτρεπαν να έχω πλήρη εικόνα του εδάφους. Κάπου εκεί, λίγο πριν το Σιάδι της Μύγας, θα γνωρίσω το φίλο Ηλία! Άλλος ένας Έλληνας που ζει και εργάζεται στο εξωτερικό! Ο Ηλίας τρέχει για πρώτη φορά τον αγώνα και μέχρι στιγμής δηλώνει μαγεμένος! Και ενώ έχουμε πιάσει τη συζήτηση με τον Ηλία, πάντα κάπως έτσι γίνεται στους ultra αγώνες, μας προσπερνούν ταχύτατα ο Παναγιώτης ο Γούναρης με μαζί μ’ άλλον έναν αθλητή. Το μέχρι πρότινος κακοτράχαλο τερέν δίνει τη θέση του σε μαλακό δασικό μονοπάτι που κατηφορίζει ανάμεσα από πεύκα και οξιές. Το αγαπημένο μου! Τα πόδια μου με ικετεύουν να πάω γρηγορότερα και ‘γώ απλώς τους κάνω τη χάρη. Δίχως να το καταλάβω έχω περάσει δυο – τρεις συναθλητές μου και σύντομα θα δω μπροστά μου το σταθμό ανεφοδιασμού στη Μονή Στομίου.

Μονής Στομίου το ανάγνωσμα! Οι Δημήτρης Θεοδωρακάκος και Βασίλης Τζουμάκας που βρίσκονται στο σταθμό μαζί με τους εθελοντές μας συμβουλεύουν να φάμε καλά για να γεμίσουμε δυνάμεις διότι αυτό που ακολουθεί δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Η ανάβαση μέχρι τις “Πύλες” θα μπορούσε να είναι από μόνη της ένας αγώνας Vertical! Η υψομετρική διαφορά που κερδίζεις σε ένα ανάπτυγμα 2.5 χιλιομέτρων ξεπερνάει ελάχιστα τα 700 μέτρα! Μια ανάβαση από την οποία δεν θα βγεις αλώβητος και μέχρι να τελειώσει σίγουρα θα αλλάξεις πίστη μια – δυο φορές! Αφού έχω φάει τις μπανάνες και τις σταφίδες μου, έχω γεμίσει το φλασκί μου και έχω οπλιστεί με Ιώβεια υπομονή, ξεκινώ πάλι να δαμάσω το T.E.RAς ενώ είμαι σίγουρος πως με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Τζουμάκα να μας σταυρώνει από πίσω έναν-έναν καθώς φεύγουμε, όπως κάνουν οι μανάδες όταν τα παιδιά τους φεύγουν φαντάροι!
Mέσα σ’ αυτήν την κατάφυτη, δασωμένη πλαγιά το μόνο που ακούς τώρα είναι τα βήματά και οι ανάσες σου! Μέχρι και τα πουλιά έχουν σωπάσει λες και υποκλίνονται κι αυτά σε τούτο το μεγαλείο! Ώρες-ώρες βλέπεις το γαλάζιο του ουρανού, μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές, και πιστεύεις ότι τελείωσε και αυτός ο “Γολγοθάς” όμως μόνο για λίγο αφού το μονοπάτι αλλάζει κατεύθυνση και σε οδηγεί σε νέα απότομη ανάβαση! Έχει ξημερώσει για τα καλά και η έντονη προσπάθεια σε συνδυασμό με τη ζέστη και την υγρασία, που έχουν κάνει την εμφάνισή τους, συνθέτουν ένα μοναδικό άθλο για τον κάθε αθλητή! Τα ρούχα μου είναι μούσκεμα από τον ιδρώτα και κολλάνε επάνω μου! Μοιάζω σαν κάποιος να πήρε το λάστιχο και να με κατέβρεξε, παρόλο που δεν νιώθω το ίδιο… Μέσα μου βράζω, νιώθω ακόμα και τις άκρες των αυτιών μου να ζεσταίνονται κι ακόμη δεν έχει τελειώσει τίποτα! Βήμα-βήμα, άλλοτε δεξιά και άλλοτε αριστερά, σε ένα μονοπάτι που τυλίγεται γύρω από την πλαγιά, θα αντικρίσω και πάλι τον καταγάλανο ουρανό. Παρότι έχω ξανατρέξει τον αγώνα αυτό, δε μπορώ να θυμηθώ αν φτάνω επιτέλους στις “Πύλες”. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω σ’ αυτήν την απώλεια μνήμης είναι πως το μυαλό μου προσπαθεί να αποβάλλει όλες τις “κακές” αναμνήσεις, όπως με τις πανελλήνιες εξετάσεις, δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνη την περίοδο! Όμως είναι αλήθεια! Αυτό που πριν δύο χρόνια μου φάνταζε ατελείωτο τώρα μου είχε φανεί ατελείωτο παρά κάτι… Και αν δεν ήμουν ικανός να θυμηθώ πόσο διαρκούσε αυτή η ανάβαση, σίγουρα δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να ξεχάσω την εικόνα που με μάγεψε σαν έφτασα στις “Πύλες”. Ήταν λες και τα πεύκα έκαναν αυτό το άνοιγμα επίτηδες! Στάθηκα στην κόψη του βράχου και ατένισα εμπρός μου για ακόμη μια φορά, από αυτό το φυσικό μπαλκόνι, την καταπράσινη κοιλάδα που κυκλώνει την Κόνιτσα ενώ κάπου στο βάθος ανάμεσα από τα δέντρα φαίνονταν και οι στέγες της Μονής Στομίου! Τη θέα αυτή δεν μπορώ να την κρατήσω για τον εαυτό μου κι έτσι περιμένω λίγο για να φτάσει και άλλος ένας νέος φίλος, ο Γιώργος από το Βόλο, και να θαυμάσει κι ο ίδιος τη μαγεία της οροσειράς της Τύμφης! Η ζέστη πλέον είναι αφόρητη γι’ αυτό αποφασίζω να βγάλω τη μπλούζα μου, μιας που δεν μπορώ να βγάλω το πετσί μου, και να συνεχίσω έτσι.

Παρέα με τον Γιώργο θα φτάσουμε στη Νταβάλιστα, έπειτα από ένα-δυο χιλιόμετρα, σημείο που σηματοδοτεί το πέρασμα στο Οροπέδιο των Λιμνών. Εδώ, λοιπόν, το τοπίο μοιάζει σαν να έπαιζε ο Θεός “Πεντόβολα”! Τεράστιοι ογκόλιθοι βρίσκονται στοιβαγμένοι ο ένας επάνω στον άλλον σαν να ξέσπασε καταιγίδα, μόνο που αντί για νερό έβρεχε βράχους! Το πέρασμα για το οροπέδιο, από μακριά, δεν είναι παρά άλλη μια ανηφόρα, από κοντά όμως τα πράγματα αλλάζουν ριζικά! Οι μεγάλοι βράχοι μ’ αναγκάζουν, συνεχώς, να σηκώνω πολύ ψηλά τα πόδια μου, για να βρω πάτημα, κάνοντας αυτά τα εμπόδια, σχεδόν, ανυπέρβλητα! Ωστόσο, το γεγονός ότι είχαμε περάσει από τις δύο δυσκολότερες ανηφόρες του αγώνα μας γέμισε κουράγιο και μαζί με τον Γιώργο συνεχίσαμε με “Ηθικό ακμαιότατο και αντοχή ατελείωτη”!
Το Οροπέδιο των Λιμνών, αυτήν την εποχή, είναι ένα τεράστιο αλπικό λιβάδι με χαμηλή βλάστηση που προσπαθεί να συνέλθει και να αναστηλωθεί από το βάρος του παγετού που μέχρι πριν λίγο καιρό την έκρυβε. Λίμνη δεν βλέπεις πουθενά και μονάχα κάποιοι μικροί βούρκοι, από τα λιωμένα χιόνια, βρίσκονται εκεί για να ξεδιψάσουν τα λιγοστά ζώα που ζουν εδώ πάνω. Σύντομα όμως η εικόνα αυτή θα αλλάξει καθώς θα βρεθούμε στο δρόμο για τη πιο γνωστή ατραξιόν της περιοχής, τη Δρακόλιμνη της Τύμφης! Οι εθελοντές του σταθμού, στην αρχή της ανηφόρας, θα μας ξεδιψάσουν με παγωμένο νερό και θα ετοιμαστούν να μας ξαναδούν σε λιγάκι αφού το πέρασμα από τη Δρακόλιμνη δεν είναι παρά ένα καψόνι! Όμως είναι αλήθεια! Αυτό που πριν δύο χρόνια μου φάνταζε ατελείωτο τώρα μου είχε φανεί ατελείωτο παρά κάτι…Ανεβαίνεις, κάνεις ένα γύρο τη λίμνη και κατεβαίνεις πάλι ώστε να βρεθείς εκεί απ’ όπου ξεκίνησες… Κι αν όλο αυτό σας ακούγεται δίχως νόημα απλά σας διαβεβαιώνω ότι κάποιες φορές στη ζωή δεν χρειάζεται νόημα για να θαυμάσεις ένα παρθένο τοπίο και να εναρμονιστείς μαζί του δίνοντας τελικά νόημα στη δική σου ζωή! Μαζί, λοιπόν, με τους εθελοντές που βρίσκονται στη Δρακόλιμνη, και τσεκάρουν τα νούμερά μας, αποχαιρετούμε και μια παρέα πεζοπόρων οι οποίοι μη μπορώντας να αντισταθούν στην άνοδο της θερμοκρασίας έχουν βουτήξει στα νερά της λίμνης που εκείνη την ώρα έχουν ένα κρυστάλλινο, βαθύ μπλε χρώμα. Κατηφορίζοντας τον δρόμο της επιστροφής και οδεύοντας προς το καταφύγιο της Αστράκας προσπαθώ διαρκώς να συγχωρήσω τον εαυτό μου που δεν έβγαλα τα παπούτσια μου να δροσιστώ και ο ίδιος στα νερά της λίμνης. Αλήθεια, πόσο πιο ευτυχισμένος θα έφευγα αν το έκανα…
Λίγο πριν το καταφύγιο μια περίεργη εικόνα θα μου τραβήξει την προσοχή. Στο βάθος, εμπρός μου, κάποιος κατευθύνεται τρέχοντας προς το μέρος μου. Την ιδιότητά του προδίνει η μινιμαλιστική του αμφίεση. «Είναι ένας φίλος δρομέας! Όμως γιατί τρέχει ανάποδα;». Το λόγο θα τον διαπιστώσω παραπάνω στο καταφύγιο όταν καταλάβω πως πρόκειται απλά για τους αθλητές του μαραθωνίου αγώνα που κινούνται αντίθετα από εμάς σε αυτό το κομμάτι.
Η οργάνωση στο σταθμό ανεφοδιασμού της Αστράκας αξίζει πολλά συγχαρητήρια καθώς οι εθελοντές έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες και εξυπηρετούν αντίστοιχα τους αθλητές των δύο αγώνων εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή λειτουργία τους και αποφεύγοντας τα όποια προβλήματα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν. Μοναδικό μου παράπονο είναι πως στον σταθμό δεν υπάρχει φαγητό παρά μόνο σνακ και τζελ. Την πρώτη χρονιά της διοργάνωσης θυμάμαι χαρακτηριστικά να τρώω βραστή πατάτα καθισμένος στο τοιχίο του καταφυγίου ατενίζοντας ταυτόχρονα την κακοτράχαλη κατηφόρα για Πάπιγκο. Προσωπική μου άποψη είναι ότι έπειτα από τόσα δύσκολα χιλιόμετρα και έχοντας άλλα τόσα και περισσότερα να διανύσεις χρειάζεσαι και λίγο φαγητό για να σε “πιάσει”, ειδικά οι τελευταίοι δρομείς.
Ξεκινώ την κατηφόρα με έναν χαλαρό ρυθμό μέχρι να ζεσταθούν και πάλι τα πόδια μου. Αυτό που θα συναντώ από εδώ κι έπειτα, σε όλα τα επόμενα χιλιόμετρα ως το Πάπιγκο, είναι μοναδικό! Το 2013 ο T.E.RA των 80 χιλιομέτρων διεξήχθη σε διαφορετική, από τους υπόλοιπους αγώνες του Ζαγορίου, ημερομηνία και αυτό στοίχισε σε όλους εμάς τη χαρά να μας χειροκροτούν αλλά και να ανταποδίδουμε το χειροκρότημα σε όλους τους αθλητές του αγώνα των 42 χιλιομέτρων. Στα πρώτα 500 μέτρα έχω πάρει τόση δύναμη από τα λόγια τους που δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο και ξεχύνομαι σαν άγριο ποτάμι που ψάχνει δίοδο προς τη θάλασσα! Προσπερνώ συνεχώς δρομείς που ανηφορίζουν για Αστράκα και νιώθω την υποχρέωση να τους δώσω κουράγιο, μέχρι να φτάσουν και αυτοί στο τέλος του δικού τους Γολγοθά. «ΠΑΜΕ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ! ΕΙΣΤΕ ΓΙΓΑΝΤΕΣ, ΕΙΣΤΕ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ!» φωνάζω και τους χειροκροτώ! Παρότι ακούω μουσική βλέπω στα χείλη τους να ανταποδίδουν τις ευχές και ντοπάρομαι ακόμα περισσότερο! Πλέον δεν τρέχω. Καλπάζω! Καλπάζω σε έναν ξέφρενο ρυθμό χωρίς να λογαριάζω αν αυτό θα μου στοιχίσει αργότερα. Άλλωστε γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ, για να το διασκεδάσω! Σε λίγο θα φτάσω το φίλο Παναγιώτη Γούναρη, που είχε φύγει νωρίτερα από το σταθμό, και θα πάμε μερικά χιλιόμετρα παρέα. Με παροτρύνει να φύγω γιατί φαίνομαι καλά και αλήθεια, θέλω να τρέξω όσο γρηγορότερα μπορώ! Φεύγω εκστασιασμένος, συνεχίζοντας να επευφημώ όποιον βρίσκεται στο δρόμο μου. Κάποια στιγμή έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα των παιδιών και της γυναίκας μου και ασυναίσθητα υψώνω το χέρι και κοιτάζω τη βέρα μου. Πόσο θα τους ήθελα στον τερματισμό… Το καταφύγιο της Αστράκας σχεδόν χάνεται στον ουρανό καθώς μπαίνω έπειτα από λίγο στο Μικρό Πάπιγκο. Η κατηφόρα τελείωσε πολύ γρήγορα, συγκριτικά με την πρώτη χρονιά που είχα αγωνιστεί στο 80άρι, και αυτό με χαροποιεί. Μέσα στο χωριό οι εθελοντές ενός πρόχειρου σταθμού μας προσφέρουν νερό, ισοτονικό και αναψυκτικό ενώ μας λένε πως σύντομα θα συναντήσουμε τον κεντρικό σταθμό του αγώνα. Από το Μικρό στο Μεγάλο Πάπιγκο δεν μας χωρίζουν πολλά χιλιόμετρα και πράγματι πριν καν το καταλάβουμε θα βρεθούμε, με τον Παναγιώτη τον Γούναρη, να μπαίνουμε στην κεντρική πλατεία του χωριού με τους κατοίκους αλλά και τους εθελοντές του σταθμού να ζητωκραυγάζουν την άφιξή μας!
Στο σταθμό όλοι τρέχουν να μας εξυπηρετήσουν! Άλλος τα drop bag, άλλος να γεμίσει τα παγούρια μας, άλλος να μας προσφέρει φαγητό, πραγματικά δεν ξέρω σε ποιον να απευθυνθώ! Όμως το άδειο μου στομάχι επιβάλλει να περάσω πρώτα να το γεμίσω. Στους πάγκους που έχουν στηθεί υπάρχουν τα πάντα! Τα πάντα; Τα πάντα εκτός από κρέας! Και εδώ νομίζω πως εκφράζω το παράπονο αρκετών δρομέων που θα ήθελαν εκτός από φέτες σαλάμι γαλοπούλας κάτι περισσότερο και όχι τυποποιημένο. Παρόλα αυτά δεν λείπει τίποτα άλλο για τον ανεφοδιασμό μας και έτσι δεν χάνω καθόλου χρόνο να πιάσω ένα κεσεδάκι μακαρονάδα και δύο βραστές πατάτες και να τα καταβροχθίσω. Φυσικά, μετά από κάθε γεύμα ακολουθεί και επιδόρπιο, και τι πιο νόστιμο και ιδανικό από παγωμένο καρπούζι! Η απόφασή να μην παραδώσω drop bag μου γλυτώνει αρκετό χρόνο γι’ αυτό και ξεκινώ δίχως άλλη καθυστέρηση αφού πρώτα δροσιστώ κάτω από ένα λάστιχο που διαρκώς έτρεχε δροσερό νερό!
Τα επόμενα πέντε χιλιόμετρα κατηφορίζουν μέσα από μονοπάτι για να μας οδηγήσουν στις πηγές του Βοϊδομάτη και στο πασίγνωστο Φαράγγι του Βίκου, ένα μέρος άπειρου φυσικού κάλλους που όμως με τρομάζει αφού η ζέστη που αναδύεται, καθώς κατηφορίζω, γίνεται ολοένα και περισσότερη! Φτάνοντας στις πηγές του Βοϊδομάτη ο ήλιος κοντεύει στο ζενίθ του και η χθεσινή μπόρα επέφερε τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό. Η υγρασία είναι αποπνικτική, σε βαθμό που χάνω τις ανάσες μου και αρχίζω να νιώθω εξάντληση. Θα μπορούσα να τρέξω ξανά τα πρώτα σαράντα χιλιόμετρα του αγώνα όμως το να διασχίσω το Φαράγγι του Βίκου, υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν κάτι που ούτε το σώμα, ούτε το μυαλό μου ήθελε να κάνει! Θα τρέξω όσο μπορέσω αλλά αυτό δεν θα διαρκέσει πολύ. Παρότι προσπαθώ να ενυδατώνομαι αρκετά συχνά , το περπάτημα αρχίζει να μοιάζει πολύ δύσκολο ενώ το δε τρέξιμο φαντάζει πλέον αδιανόητο! Παίρνω απόφαση να ακολουθήσω το παρακάτω μοτίβο, 10 λεπτά θα περπατώ και 2 λεπτά θα κάθομαι κάτω και θα ηρεμώ. Όμως και αυτά τα δύο λεπτά δεν μπορώ να τα χαρώ αφού οι τεράστιες μύγες που πετούν γύρω μου μοιάζουν με “Στρατιωτικές Ντακότες” με αποστολή την εξολόθρευσή μου!

Έπειτα από αρκετή ώρα θα βρεθώ στην αρχή της “Σκάλας Μονοδενδρίου” όπου κάποιοι εθελοντές του αγώνα θα μου προσφέρουν νερό και θα με βοηθήσουν να γεμίσω τα παγούρια μου. Δύο χιλιόμετρα ακόμα και 300 μέτρα θετική υψομετρική. Σε άλλη περίπτωση θα έτρεχα… Συνεχίζω με τον νωχελικό ρυθμό μου να ανεβαίνω τα πέτρινα σκαλοπάτια, σκεπτόμενος χίλιους και έναν τρόπους που θα μπορούσα να ξεκουραστώ στο σταθμό ώστε να ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Θα μπορούσα να πιω καμιά μπύρα ή να την πέσω για καμιά ώρα κάτω από έναν παχύ ίσκιο και να κοιμηθώ, θα μπορούσα να βγάλω παπούτσια και κάλτσες και να μπω ολόκληρος κάτω από κανένα λάστιχο με νερό ή θα μπορούσα να τα κάνω όλα μαζί και ν’ αφήσω κατά μέρους τον αγώνα! Μέσα σ’ αυτές τις ευχάριστες σκέψεις θα δω τη φίλη Ελπίδα Δεσποινιάδου μαζί με την Μπογιατζή Χριστίνα και άλλη μια κοπέλα, το όνομα της οποίας μου διαφεύγει, να στέκουν στο μονοπάτι και να μας φωτογραφίζουν! Χαίρομαι που τις βλέπω, μα χαίρομαι ακόμα περισσότερο γιατί επιτέλους έφτασα στο Μονοδένδρι! Το μόνο που θυμάμαι πως είπα, εκτός απ’ το να τις χαιρετήσω, είναι ότι έχω βράσει στο ζουμί μου! Μου δίνουν κουράγιο και συνεχίζω για λίγα μέτρα ακόμα μέχρι την πλατεία του χωριού και τον σταθμό ανεφοδιασμού.
Ο σταθμός στο Μονοδένδρι είναι μία κόπια, σε μικρότερη κλίμακα, του σταθμού στο Μεγάλο Πάπιγκο. Αρκετοί εθελοντές τρέχουν να με βοηθήσουν, με το που κάθομαι στην καρέκλα, ενώ είναι η πρώτη φορά σε όλη τη διάρκεια του αγώνα που θα παρατηρήσω τον τρόπο με τον οποίο μας κοιτάζει ο κόσμος που βρέθηκε εκεί τυχαία ή ήρθε σκόπιμα να μας δει. Στα μάτια τους είμαστε σαν τον μυθικό Ηρακλή που ολοκληρώνει έναν ακόμα άθλο! Εκεί θα κάνω άλλη μια νέα γνωριμία, τον Αλέξανδρο Σχορτσιανοίτη, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα με το στομάχι του. Του προτείνω να ξεκινήσουμε παρέα, αφού και εγώ δεν ήμουν στα καλύτερά μου! Καθώς, λοιπόν, μαζεύουμε τα κομμάτια μας για να αποχαιρετήσουμε και το Μονοδένδρι καταφτάνει στο σταθμό η Σοφία Καλογήρου, τόσο ανάλαφρη και ξεκούραστη που αληθινά τη ζηλεύω! Μα πώς τα καταφέρνει; Τσιμπάει κάτι ελαφρύ και φεύγει με τον ίδιο αέρινο τρόπο που εμφανίστηκε για να μας προλάβει λίγο έξω από το χωριό.
Κοιτώντας την αρχίζω να πιστεύω και πάλι στον εαυτό μου. Ταυτόχρονα, η μακαρονάδα που έφαγα πάλι αρχίζει να με πιάνει και έτσι ακολουθώ τώρα τη Σοφία που με οδηγεί στον επόμενο σταθμό στο χωριό Βίτσα. Ένας σταθμός που κατά την άποψή μου δεν χρειάζεται αφού έχουμε μόλις δύο χιλιόμετρα που αφήσαμε το Μονοδένδρι πίσω μας. Γι’ αυτό και τον προσπερνώ όπως ακριβώς έκανε και ο Κώστας ο Σιαμήτρας που πέρασε σαν σφαίρα. Τόσο γρήγορα που ο εθελοντής τον κυνηγούσε για να σημειώσει το νούμερό του!
Από εκεί, και για τα επόμενα 8 χιλιόμετρα, η διαδρομή είναι συνεχώς εκτεθειμένη στον καυτό, μεσημεριάτικο, Ελληνικό ήλιο που σε μαστιγώνει δίχως κανέναν ενδοιασμό! Το έδαφος, όπως και σε όλη τη προηγούμενη διαδρομή, είναι γεμάτο φυτεμένη πέτρα που όμως δεν έχει και μεγάλη σημασία αφού και το ξερό χώμα που πατώ είναι εξίσου ενοχλητικό! Ανάσα δροσιάς στη μικρή κυκλική πλατεία, κάτω απ’ το μεγάλο πλατάνι, στο χωριό Δίλοφο και άλλα 4 χιλιόμετρα για το χωριό Κήποι και τον επόμενο σταθμό ανεφοδιασμού. Σε αυτά τα τελευταία χιλιόμετρα του αγώνα, αυτό που μου δίνει αρκετό κουράγιο και σθένος να συνεχίσω είναι η υποστήριξη του κόσμου περνώντας μέσα από τα χωριά στο Ζαγόρι! Αν πρέπει να σας πω ένα λόγο για να συμμετάσχετε και ‘σεις στο “The North Face Zagori Mountain Running” αυτός δεν είναι άλλος από την απίστευτη ενέργεια που θα σας δώσουν οι κάτοικοι των χωριών, οι θεατές αλλά και οι εθελοντές του αγώνα!
Με 70 δύσκολα χιλιόμετρα στα πόδια μου, θα σταθώ για λίγο στο χωριό Κήποι, ίσα για να φάω πάλι λίγο καρπούζι και να γεμίσω τα παγούρια μου. Όλοι οι συναθλητές μου που καταφτάνουν εκεί μιλούν για την αφόρητη ζέστη που έχει σήμερα. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους, και εγώ πρώτη φορά ζω τέτοιο πράγμα σε αγώνα! Αναχωρώ από το χωριό Κήποι παρέα με τον Κώστα Καλογήρου. Τα τελευταία 10 χιλιόμετρα του αγώνα για κάποιο παράξενο λόγο δεν θέλω να τα τρέξω μόνος μου. Ωστόσο περνώντας το τοξωτό πέτρινο γιοφύρι, μετά το χωριό, ο Κώστας θα μείνει πίσω και θα απομείνω πάλι μόνος να τα βάλω με το T.E.RAς! Αντιμέτωπος, πλέον, με την τελευταία απαιτητική ανηφόρα του αγώνα αποφασίζω να τα δώσω όλα για να τερματίσω σε λιγότερο από 13 ώρες. Η ανάβαση από Κήπους για Καπέσοβο είναι αρκετά απότομη στην αρχή, ενώ αργότερα έχει μικρές ευθείες και κατηφόρες που μπορείς να ξεκουράσεις λίγο τα πόδια σου! Αν και εδώ η διαδρομή κινείται μέσα σε δασωμένη πλαγιά, η ζέστη προσπαθεί να σε εξοντώσει σε κάθε άνοιγμα που κάνουν οι φυλλωσιές των δέντρων! Πλησιάζοντας το Καπέσοβο, περίπου ένα χιλιόμετρο πριν το χωριό, θα συναντήσω άλλον έναν εθελοντή. Είναι ένας ηλικιωμένος κύριος που μου δίνει νερό και μου εκμυστηρεύεται ότι κάθε χρονιά βρίσκεται σ’ αυτό το σημείο προσφέροντας τις υπηρεσίες του! Και μετά παραπονιέμαι εγώ για τη ζέστη…
Τα γραφικά, πετρόχτιστα σπίτια του χωριού φαίνονται ολοένα και μεγαλύτερα. Μπαίνοντας στο Καπέσοβο θα ξαναδώ την Ελπίδα Δεσποινιάδου, που περιμένει τον αδερφό της Δημήτρη. Μου λέει πως έχω άλλα 4 χιλιόμετρα και την πιστεύω μόνο όταν βλέπω την ταμπέλα με την σήμανση! Αλήθεια, τελειώνει! Ετοιμάζομαι να φύγω όμως μια κυρία που βρίσκεται στο σταθμό μου προσφέρει πορτοκάλι γλυκό του κουταλιού. Δεν μπορώ να αντισταθώ και δέχομαι την προσφορά. Μούρλια!
Φεύγοντας για τον τερματισμό νιώθω και τον καιρό να αλλάζει! Ο ουρανός έχει συννεφιάσει και φυσάει κρύος αέρας. Επιτέλους, καιρός ήταν… Η ξαφνική δροσιά παίρνει την κούραση από τα πόδια μου κάνοντάς με να τρέξω πάλι! Τι καλά να ήταν έτσι ο καιρός σε ολόκληρο τον αγώνα! Βλέποντας το ρολόι συνειδητοποιώ ότι είμαι οριακά ώστε να τερματίσω κάτω από 13 ώρες. Αρχίζω να τρέχω γρηγορότερα και απορώ, πραγματικά, που βρίσκω τη δύναμη. Τώρα βλέπω το Τσεπέλοβο, ακούω τη δυνατή μουσική! Οι εθελοντές στον τελευταίο σταθμό μου λένε πως έμεινε η “Σκάλα του Τσεπέλοβου” και μετά τερματίζω! Δύο χιλιόμετρα περίπου και μια κακοτράχαλη κατηφόρα για να έρθει επιτέλους η λύτρωση! Καθώς χοροπηδάω από πέτρα σε πέτρα σαν το αγριοκάτσικο παρατηρώ τις λάμπες με τους ηλιακούς συσσωρευτές, για τις οποίες τόσα καλά είχα ακούσει! Πόσο τυχεροί θα είναι οι δρομείς που θα τερματίζουν νύχτα, γι’ αυτούς το μονοπάτι θα μοιάζει με αεροδιάδρομο! Μπράβο στους κατοίκους του χωριού και στην διοργάνωση για την ιδέα αυτή!
Τελευταία μέτρα γι’ αυτό το επικό ταξίδι, τελευταία μέτρα για τούτη την Οδύσσεια, τελευταία μέτρα με αγαπημένους φίλους να με χειροκροτούν και ένα ολόκληρο χωριό να μου φωνάζει “Μπράβο”! Περνώ τη γραμμή του τερματισμού κατάκοπος. Τα πόδια μου πονάνε όμως η κούραση είναι τόσο γλυκιά… Ένα αναμνηστικό μετάλλιο, που δεν είναι αντάξιο σε καμία περίπτωση αυτού του άθλου, βαραίνει το στήθος μου και συνάμα ελαφρώνει τη ψυχή μου! Τώρα πια μπορώ να το πω, νίκησα το T.E.RAς για άλλη μια φορά!
Λεζπουρίδης Θεοχάρης.
Photo (c): The North Face Zagori Mountain Running, AV Photography, Spyros Boukouvalas