
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
Μετά τις κατακτήσεις των μεγάλων κορυφών στα Ιμαλάια, το ύφος του αλπινισμού, με τις γρήγορες αναβάσεις και τον ελάχιστο εξοπλισμό στη διάθεση των ορειβατών, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οροσειρά της Ασίας για να αντικαταστήσει τις βαριές «εκστρατείες» που ήταν η συνηθισμένη μέθοδος αποστολών για δεκαετίες. Έτσι από τα τέλη του ’50 ακόμα, αρκετές αναβάσεις χαρακτηρίζονταν από το αλπικό στυλ. Λίγο αργότερα, στη δεκαετία του ‘80, μια νέα φιλοσοφία κυριάρχησε ανάμεσα στους ορειβάτες της εποχής: οι μινιμαλιστικές (από άποψη εξοπλισμού και διαθέσιμου χρόνου) αναβάσεις. Μια νέα γενιά ορειβατών έβαλε τη δική της σφραγίδα με έναν άλλο τρόπο προσέγγισης του Ιμαλαϊσμού. Αναβάσεις, χωρίς υπνόσακους, αντίσκηνα, εξοπλισμό ή τροφή, μια καθαρή τρέλα για την κοινή λογική. Και όμως τα κατάφεραν, γράφοντας λαμπρές σελίδες στην ιστορία των Ιμαλαΐων. Το κείμενο που ακολουθεί χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εποχή. Πρόκειται για ένα ιστορικό άρθρο του Voytek Kurtyka –ενός από τους σπουδαιότερους ορειβάτες της εποχής μας αλλά και χαρακτηριστικού εκφραστή της γενιάς του- και δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό HIGH το 1988. Σ αυτό φαίνεται καθαρά το ύφος μιας γενιάς ορειβατών που έμελλε να σφραγίσει την ιστορία της ορειβασίας με τα κατορθώματά της.
The Art of Suffering
Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς αλλά η τρέλα του να ξεντυνόμαστε μετά από πολλές μπύρες και να πηγαίνουμε για βραδινό σκαρφάλωμα που κυριαρχούσε στις pub τη δεκαετία του 1970, έγινε πραγματικότητα στις πλαγιές των Ιμαλαΐων τη δεκαετία του 1980. Κάποτε αστειευόμασταν όταν σκαρφαλώναμε τελείως γυμνοί τα βράδια και τώρα συμβαίνει! Τα τελευταία χρόνια μία νέα γενιά Γάλλο-Ελβετών ορειβατών έχει πραγματοποιήσει σειρά αναβάσεων κατά τη διάρκεια της νύχτας και δεδομένων των συνθηκών μπορούν να χαρακτηριστούν τελείως γυμνοί. Όμως αυτό που τους οδήγησε σε τέτοιου είδους τακτικές, δεν ήταν η αίσθηση του χιούμορ, αλλά το πνεύμα της περιπέτειας.
Υπάρχει μία μεγάλη δόση αλήθειας στη φράση “ο αλπινισμός είναι η τέχνη του να υπομένεις και να υποφέρεις”. Οι πρωτοπόροι της τέχνης αυτής, διαμόρφωσαν και κατεύθυναν κατά κάποιο τρόπο την αναρρίχηση στα Ιμαλάια. Χωρίς να παίρνουν υπόψη τους ούτε την ηλικία ούτε την τεχνική τους κατάρτιση δεν υπολόγιζαν και πολύ την ατελείωτη ταλαιπωρία για να πετύχουν τους στόχους τους. Η παραμονή για διαδοχικές μέρες χωρίς φαγητό, σε μεγάλα υψόμετρα και ακραίο κρύο δεν τους εμπόδιζε να αναδεικνύουν και άλλες δυνάμεις και να συνεχίζουν μέσα σε βαθύ χιόνι και επικίνδυνα βράχινα περάσματα ώστε να καταφέρουν αυτά που κατάφεραν. Για να υπομένει κανείς τέτοιες δύσκολες καταστάσεις πρέπει να είναι οπλισμένος με μία γερή δόση πάθους και διάθεσης. Η βασική προϋπόθεση για αυτού του είδους τον Ιμαλαϊσμό ήταν και είναι η αποδοχή του πόνου ή καλύτερα η ψυχολογική νίκη του μυαλού επί του σώματος. Λίγοι ήταν αυτοί που πραγματικά εκτίμησαν το ψυχολογικό κόστος τέτοιων προσπαθειών και είναι αληθές ότι η εσωτερική δύναμη έφερνε μία εξωτερική γαλήνη μεταξύ των ορειβατών. Αλλά υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις που οι αντικειμενικοί κίνδυνοι της ανάβασης και η αποστροφή μεταξύ σχοινοσυντρόφων σε συνδυασμό με την εκκολαπτόμενη ανταγωνιστικότητα μέσα στην ομάδα στένευαν τους ορίζοντες αυτής και μαζί τα περιθώρια επιτυχίας. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο εγωκεντρισμός μαζί με μία εσωτερική ηττοπάθεια είναι αρκετά συνηθισμένη μεταξύ των σύγχρονων Ιμαλαιστών. Αρκετά πιο πολύ από ότι κάποιοι θα τολμούσαν να πιστέψουν.
“Μήπως γίνομαι σαρκαστικός;” Μάλλον όχι χωρίς λόγο, αφού αρκετά συχνά ηρωικές προσπάθειες έχουν πραγματοποιηθεί στο βωμό της θυσίας σχοινοσυντρόφων…
“Είναι κουρασμένος…και εγώ το ίδιο”
“Κάποιος βήχει πίσω…πάντα υπάρχει κάποιος που βήχει εκεί πίσω”
Το συγκεκριμένο ύφος ήταν αναπόφευκτο στη σημερινή πραγματικότητα των αναβάσεων στα Ιμαλάια, καθιστώντας την επιλογή του σχοινοσυντρόφου ως την βασική προτεραιότητα για τη σύσταση επιτυχημένων μικρών και ευκίνητων ομάδων. Εάν οι δεσμοί μεταξύ σχοινοσυντρόφων είναι ισχυρότεροι από την τυπική συναδελφικότητα τότε αποκλείεται ο ένας από τους δυο να αγνοήσει τυχόν συμπτώματα εξάντλησης του άλλου.
O Erhard Loretan
Πιστεύω ακράδαντα ότι οι τάσεις που χαρακτηρίζουν τις σημερινές αναβάσεις στις 8άρες (εμπορικές αποστολές και ότι φέρνουν μαζί τους) είναι κατά πολύ διαφορετικές από αυτές των οπαδών της ταλαιπωρίας και του αλπικού στυλ. Αναβάσεις με αλπικό στυλ θεωρούνται τόσο αθλητικές όσο και ανθρώπινες επιτυχίες. Ελάχιστο βάρος, απόλυτη δέσμευση, άμεση επαφή με το περιβάλλον των ψηλών κορυφών και καλή πίστη χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες αλπικές αναβάσεις στις 8άρες. Το μυαλό και το σώμα φαίνονται να ακολουθούν έναν τελείως διαφορετικό ρυθμό. Η ταλαιπωρία αντικαθίσταται από μία κατάσταση συνοχής σώματος και μυαλού καθώς οι κρύες ώρες της νύχτας περνούν. Στις επόμενες δύο αναβάσεις γίνεται φανερό ότι οι ορειβάτες με την ταχύτητα τους κατάφεραν όχι μόνο να ξεγελάσουν την ανθρώπινη ψυχή αλλά και τις σωματικές επιπλοκές που δημιουργούνται κατά την γρήγορη ανάβαση σε μεγάλα υψόμετρα, αφού ο εγκλιματισμός τους ήταν ελάχιστος. Προφανώς η μεγάλη ταχύτητα ανάβασης και στις δύο παρακάτω περιπτώσεις είχε ως αποτέλεσμα την ελάχιστη έκθεση στην ζώνη θανάτου και συνέβαλλε στην επιτυχία των αναβάσεων. Ο Erhard Loretan είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι η στέρηση του ύπνου οδηγεί το σώμα σε μια κατάσταση εγρήγορσης, περιορίζοντας έτσι την πιθανότητα για πνευμονικό ή εγκεφαλικό οίδημα.
Η πρώτη ανάβαση με την οποία σχετίζω με αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω αφορά την σχετικά πολυσυζητημένη ανάβαση του Κ2 από την Abruzzi Spur τον Ιούλιο του 1985. Η ομάδα αποτελούνταν από τους Loretan, Escoffier, Morand και Troillet, οι οποίοι εγκλιματίστηκαν κατά τον παραδοσιακό τρόπο περνώντας μία νύχτα στα 8000 μέτρα. Τα μεσάνυχτα τις 3ης Ιουλίου αναχώρησαν από την κατασκήνωση βάσης στα 5000 μέτρα και τις 10 το πρωί βρισκόταν στην κατασκήνωση 2 στα 6800μ. Εκεί έμειναν μέχρι τις 7 το πρωί της επόμενης μέρας. Όλες οι προηγούμενες προσπάθειες για την κορυφή από την Κ2 χρειάστηκαν τουλάχιστο 3 μέρες δεδομένων και των τεχνικών δυσκολιών της ανάβασης. Στις 11 το πρωί της 5ης Ιουλίου η μικρή ομάδα έφτασε στην Κ3 στα 7300 μέτρα, όπου τα παλικάρια απόλαυσαν ένα όμορφο πικνίκ περιμένοντας να πέσει το φως. Αφήνοντας πίσω τα πάντα, ακόμη και γκαζάκια και υπνόσακους, σκαρφάλωσαν χωρίς σταμάτημα και βρισκόταν στην κορυφή του Κ2 στις 2 το μεσημέρι της 6ης Ιουλίου, έχοντας σκαρφαλώσει 1800 μέτρα χωρίς ύπνο. Πριν πέσει καν το φως είχαν φτάσει στην Κ3 και την επομένη στην κατασκήνωση βάσης.
Η επόμενη ανάβαση είναι αυτή της ανατολικής πλαγιάς του Dhaulagiri της οποίας η πρώτη ανάβαση έγινε το 1981 από τους Alex MacIntyre, Rene Ghilini κι τον γράφοντα. Για την επανάληψη της διαδρομής μία τρελλοπαρέα Ελβετών αποτελούμενη από τους Loretan, Steiner και Troillet, διάλεξε την καρδιά του χειμώνα για να εφαρμόσει την τακτική των “γυμνών νυχτερινών αναβάσεων”.
Η ομάδα εγκλιματίστηκε στα 5700 μέτρα στην κατασκήνωση 1 και ανέβηκε μέχρι τα 6500μ (Κ2) της βορειανατολικής κόψης, δηλαδή της κλασσικής διαδρομής του βουνού. Αφού θεώρησαν ικανοποιητικό το ζέσταμα τους τα μεσάνυχτα της 5ης Δεκεμβρίου και έφτασαν στα 5700 μέτρα όπου και διανυκτέρευσαν μέσα σε μία χιονότρυπα. Ξεκουράστηκαν όλη τη μέρα χαζεύοντας την παγωμένη ορθοπλαγιά μέσης κλίσης 50ο και αναπτύγματος μεγαλύτερου των 2500 μέτρων. Τα μεσάνυχτα της επομένης αναχώρησαν από την τρύπα τελείως «γυμνοί». Χωρίς αντίσκηνα, υπνόσακους, σκοινιά, καρφιά, παγόβιδες και μποντριέ ήταν τελείως ελαφρωμένοι. Το μόνο που είχαν ήταν τα ολόσωμα πουπουλένια ρούχα τους, ένα γκαζάκι και από μία σοκολάτα ο καθένας. Ο χειμώνας στα Ιμαλάια χαρακτηρίζεται από θυελλώδεις ανέμους και θερμοκρασίες -40οC, αλλά τα παλικάρια έπεσαν μέσα στην πρόγνωση του καιρού. Σκαρφάλωσαν δίχως σταμάτημα όλη τη νύχτα αλλά και την επόμενη μέρα για 19 ώρες, φτάνοντας στη δύσκολη κόψη στα 7700 μέτρα στις 7 το απόγευμα. Εκεί αγκαλιάστηκαν περιμένοντας να περάσουν οι ατελείωτες κρύες ώρες της νύχτας, κάνοντας ζεστά ροφήματα για 12 ώρες, κάτι που ο Loretan περιέγραψε σαν “αιώνιο τρέμουλο”. Με το πρώτο φως η θέληση τους για ολοκλήρωση του στόχου τους ήταν ακόμα μαζί τους πράγμα που τους έκανε να αψηφήσουν κούραση και πόνο και στις 8 συνέχισαν την κούρσα τους φτάνοντας στην κορυφή μετά από 6 ώρες. Στη συνέχεια κατέβηκαν από την κλασσική διαδρομή και στις 2 το βράδυ βρίσκονταν πίσω στην χιονότρυπα τους στα 5700 μέτρα.
Αυτό το απίστευτα γενναίο και κρύο επίτευγμα είναι για μένα πολύ παραπάνω από οποιονδήποτε συλλέκτη 8άρων κορυφών. Αυτοί οι τρεις είχαν βρει ένα νέο νόημα στο στυλ της ανάβασης τους, υποφέροντας με επιτυχία όλοι μαζί και αποδεικνύοντας έτσι την πιθανότητα ανάβασης σε 8άρες κορυφές με μηδενικό βάρος ακόμη και τον χειμώνα. Η συλλογή των επιτυχημένων αναβάσεων σε 8άρες με όποιο μέσο είναι ένα είδος συναισθηματικού καταναλωτισμού, που στιγματίζει τον ματαιόδοξο ορειβάτη από την τάση του να συλλέγει επιτυχίες και απέχει πάρα πολύ από το απόλυτο αλπικό στυλ. Εάν υπάρχει ένα πράγμα που να ονομάζεται πνευματικός ματεριαλισμός, αυτό μεταφράζεται με την μανία κάποιων να θέλουν να κατακτούν τα βουνά αντί να αφήσουν τους εαυτούς τους να περιπλανηθούν στα μυστήρια που τα βουνά προσφέρουν απλόχερα. Η περιπέτεια έχει αντικατασταθεί με μια συγκεκριμένη ρουτίνα προγράμματος ανάβασης και οι εξωτερικές βοήθειες είναι πλέον πολλές. Οι σύγχρονοι συλλέκτες κορυφών κάνουν πονηρή χρήση κάποιων αριθμών όπως το 14 x 8000. Αυτά κάποτε ήταν αριθμοί σύμβολα στις ακραίες επιδόσεις των αναβάσεων στα Ιμαλάια, αλλά τώρα έχουν μετατραπεί σε εμπορικά μέτρα και σταθμά, προσδίδοντας φήμη σε αυτούς που τα κυνηγάνε ή και τα κατέχουν. Τα νούμερα τα καταλαβαίνουν όλοι, πολύ περισσότερο αυτοί που δεν έχουν υποστεί ούτε καν ένα κρυοπάγημα στα δάχτυλα. Η ζήτηση για περισσότερα νούμερα και ηλίθιες επιδόσεις θα υπάρχει πάντα. Αυτοί που παρακολουθούν τα γεγονότα αυτά εκ του ασφαλούς καταβροχθίζουν με απιστία τα νέα νούμερα που πηγάζουν από ανυπόστατες επιδόσεις, επιβεβαιώνοντας την ψευδαίσθηση της κατάκτησης και προσφέροντας τα στο αμήχανο καταναλωτικό κοινό.
Είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα άθλημα χωρίς αριθμούς και τώρα πολλοί είναι αυτοί που κατατάσσουν την ορειβασία σαν άθλημα. Χωρίς αμφιβολία η κάθε ανάβαση σε οποιοδήποτε βουνό διακατέχεται άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο από ένα αθλητικό χαρακτήρα, αλλά μήπως οι προσπάθειες αυτές δεν είναι απλά ένα άθλημα;;;
Πως δηλαδή δικαιολογούμε τον θάνατο ο οποίος είναι συχνά πυκνά κοντά μας στα βουνά;
Είναι απλά ένα άθλημα-παιχνίδι με έντονο ανταγωνισμό;
Νομίζω ότι η εσωτερική ανταπόκριση στη δυσκολία της στιγμής είναι αυτό που μας οδηγεί στο άγνωστο και στον κίνδυνο και όχι ο ανταγωνισμός. Η ορειβασία σαν δραστηριότητα εκφράζει την κλασσική αντίθεση στην τάση του “βολέματος” και την αναγκαιότητα να φλερτάρουμε με τον θάνατο. Η αίσθηση της πλήρους συναισθηματικής και σωματικής κυριαρχίας ελευθερώνει το πνεύμα από το θνητό μας σώμα. Όταν πλησιάζει σε τέτοια όρια, ο αλπινιστής νιώθει την μεγαλύτερη ευχαρίστηση από κάθε άλλη φορά. Για μένα, η Ελβετική ανάβαση στην ανατολική του Dhaulagiri, ρισκάροντας τόσο με το “γυμνό” τους στυλ μέσα στη νύχτα του χειμώνα είναι η απόλυτη και καλόγουστη ουσία της ορειβασίας.
Το 1986 πραγματοποιήθηκαν δύο υποδειγματικές αναβάσεις σε Everest και Κ2 με απόλυτο αλπικό στυλ. Η πρώτη ανάβαση ήταν στο Everest από τη όμορφη γραμμή που ακολουθεί το Japanese/Hornbein Couloir direct από τους Loretan και Troillet. Μαζί τους ήταν και ο Beghin, αλλά υπέπεσε σε ανταρσία μετά από την πρώτη νύχτα όταν η ομάδα αντί να κοιμηθεί σκαρφάλωσε άλλα 2000 μέτρα. Ο συνολικός χρόνος ανάβασης από την κατασκήνωση βάσης μέχρι την κορυφή ήταν 40.5 ώρες!!! Το ίδιο εντυπωσιακός ήταν και ο χρόνος επιστροφής από τη Στέγη του Κόσμου. Βρίσκοντας το χιόνι σε ιδανική κατάσταση και γλιστρώντας ασταμάτητα (Σ.τ.Μ: «κωλοσκί» κατά τα δικά μας λεγόμενα, “arse sliding” στα Πολωνέζικα) για το περισσότερο της διαδρομής, οι δυο τους χρειάστηκαν 4.5 ώρες για να βρεθούν στη ζεστασιά της προωθημένης κατασκήνωσης βάσης. Σαν Πολωνός το βρίσκω δύσκολο να χωνέψω ότι οι Ελβετοί μας νίκησαν στο εθνικό μας σπορ. Δεν με πειράζει να πετάνε με parapente ή να κατεβαίνουν με σκι από τις 8άρες, αλλά με τρελαίνει η σκέψη ότι οι Ελβετοί κάνανε το μεγαλύτερο κωλοσκί του κόσμου.
Της ταχύτατης ανάβασής τους προηγήθηκε μία εβδομάδα παραμονής στα 5500 μέτρα. Ο εγκλιματισμός πάνω από το υψόμετρο αυτό ήταν μηδενικός. Πέρασαν μία νύχτα στα 5850 μέτρα και ανέβηκαν σε δύο γειτονικές κορυφές με υψόμετρο 6500 μέτρων. Αυτό τους ήταν αρκετό. Την υπόλοιπη ενέργεια τους την κράτησαν για την ανάβαση.
Αναχώρησαν από την προωθημένη κατασκήνωση βάσης στις 10 το βράδυ της 28ης Αυγούστου κουβαλώντας τίποτε παραπάνω από ότι είχαν μαζί τους στο Dhaulagiri. Κάλυψαν το πρώτα 2000 μέτρα σε 13 ώρες και στις 11 το πρωί η ομάδα σταμάτησε στα 7800 μέτρα περνώντας την υπόλοιπη μέρα λιώνοντας χιόνι και πίνοντας ζεστά. Στις 9 το βράδυ οι Loretan και Troillet συνέχισαν χωρίς τον Beghin. Μετά τα μεσάνυχτα το σκοτάδι και το κρύο τους σταμάτησαν στα 8400 μέτρα. Αγκαλιάστηκαν ο ένας με τον άλλον και περίμεναν τις πιο βάρβαρες ώρες να περάσουν. Γύρω στις 4 το πρωί ξεκίνησαν με το πρώτο φως και στις 1 το μεσημέρι βρισκόταν στην κορυφή. Στην κυριολεξία άραξαν στην κορυφή του κόσμου για μία και μισή ώρα πριν ξεκινήσουν το ατελείωτο κωλοσκί. Στις 7 το ίδιο βράδυ και με τους πισινούς τους πιασμένους ήταν 3000 μέτρα χαμηλότερα.
O Benoit Chamoux
Η 24ωρη ανάβαση και κατάβαση του Κ2 από τον Benoit Chamoux είναι η καλύτερη ιστορία για να αφηγηθώ. Άφησε την κατασκήνωση βάσης στις 5 το απόγευμα της 4ης Ιουλίου και στις 4 το απόγευμα της επομένης καθόταν στην κορυφή του βουνού. Προφανώς δεν του έμεινε και πολύς καιρός για ύπνο. Λίγες μέρες πριν είχε πραγματοποιήσει 16ωρη ανάβαση στο Broad Peak.
Όταν συνάντησα τον Loretan και τον Troillet στο Katmandu δύο χρόνια πριν (1986) η περιέργεια μου με έκανε να απευθυνθώ προς τον Loretan.
“Προπονείσαι πριν τις αναβάσεις;”
“Όχι, η καλύτερη προπόνηση γίνεται μέσα εδώ”, απάντησε δείχνοντας το μέτωπο του.
“Καπνίζεις ή πίνεις”
“Όχι στο πρώτο, ναι στο δεύτερο”
“Παίρνεις τίποτε φάρμακα;”
“Μόνο υπνωτικά, τίποτε ιδιαίτερο για το αίμα”
“Τι προσδοκείς από τις αναβάσεις στα Ιμαλάια;”
“Όσο πιο δύσκολα, γρήγορα και ψηλά γίνεται, πάντα με αλπικό στυλ”
“Τι θα έλεγες στους νέους και φιλόδοξους Ιμαλαιστές”
“Να προσπαθούν να ακούνε και να καταλάβουν το σώμα τους”.
Εάν και οι τέσσερις αναβάσεις που περιγράφτηκαν εδώ είναι αθλητικά επιτεύγματα, η ουσία τους δεν είναι σαν οποιοδήποτε άθλημα αλλά πηγάζεί από το στυλ της ανάβασης. Οι παραδοσιακές μέθοδοι αποστολών εγκαταλείφθηκαν προς χάρη μιας νέας ιδεολογίας και αντιμετώπισης των μεγάλων κορυφών.
Όταν ο ορειβάτης ξεφεύγει από τα τετριμμένα εισέρχεται σε ένα χώρο δίχως κανόνες και ρουτίνες πάνω στις οποίες να βασίζεται. Οι μόνες συμβουλές έρχονται μέσα από την ψυχή του και η παρακίνηση του να συνεχίσει είναι τελείως αληθινή. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο ορειβάτης είναι τελείως δημιουργικός, υπεύθυνος για ότι κάνει και όχι ένας απλός συμμετέχον σε ένα άθλημα. Η δημιουργικότητα αυτή επιδεικνύει την ύπαρξη της καθορίζοντας το στυλ της ανάβασης ή της εξερεύνησης αγνώστων περιοχών. Είναι αδύνατο να στριμώξουμε την ορειβασία σε ένα απλό αθλητικό πλαίσιο. Για μένα υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γευτεί κάποιος τα βουνά, εφόσον υπάρχουν πολύ δυνατοί συναισθηματικοί δεσμοί με αυτά. Εάν δέχεστε τον προηγούμενο σαρκασμό μου, επιτρέψτε μου μία στιγμιαία επαφή με το μυστήριο των βουνών, το οποίο έχω συμπεράνει ότι είναι το πλέον βασικότατο στην ορειβασία.
Αυτό που ξεδιπλώνεται στον καθένα όταν σκαρφαλώνει χωρίς ρουτίνες και πολλά μέσα είναι ένας νέος δεσμός όπου το βουνό μοιράζεται μαζί του τις εμπειρίες του, ανοίγεται.
Απλά ας αναλογιστεί κάποιος μερικές μορφές όπως ο Tilman, ο Uemura ή ο Hemming. Ο δεσμός τους με τα βουνά ήταν αληθινός και δεν είχε καμία σχέση με αριθμούς ή με την καθιέρωση διαφόρων ρεκόρ τα οποία εξαφανίζουν τελείως τα μυστήρια των βουνών. Αλλά τα μυστήρια των βουνών θα παραμείνουν μυστήρια, ενώ τα αθλήματα είναι απλά αθλήματα.
O Wojciech (Voytek) Kurtyka γεννήθηκε στην Πολωνία το 1947 και είναι ο οραματιστής μιας νέας εποχής στην ορειβασία των Ιμαλαΐων. Αφοσιωμένος στο αλπικό στυλ, έδρασε πάντα χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τα ποσοστά επιτυχίας, παρά μόνο την καθαρότητα του στυλ. Το 1978 ανοίγει νέα διαδρομή στη N κόψη του Changabang με τους Alex MacIntyre και John Porter, το 1980 νέα διαδρομή στην Α κόψη του Dhaulagiri με τον Alex MacIntyre, το 1981 απόπειρα στην Δ κόψη του Makalu (φτάνει ως τα 7600), το 1983 νέες διαδρομές στο Gasherbrum I & II με τον Jerzy Kukuczka, το 1985 μαζί με τον Robert Schauer επιβιώνουν στην ιστορική πρώτη ανάβαση της Δ κόψης του Gasherbrum IV (ίσως η μεγαλύτερη στιγμή στην παγκόσμια ιστορία της ορειβασίας), το 1988 νέα διαδρομή στο Trango (Nameless Tower) με τον Erhart Loretan, το 1990 νυχτερινή στη ΝΔ του Shishapangma και νέα στη ΒΔ κόψη του Cho Oyu, με τους Erhart Loretan και Jean Troillet και το 1997 στην κόψη Mazeno του Nanga Parbat με τον Erhard Loretan.
Πρώτη δημοσίευση: 20/3/2005
Γεννήθηκε στην Τήνο το 1961 και ζει στο Λιτόχωρο του Ολύμπου από το 2008. Ίδρυσε το Adventure Zone το 2001, μετά από σκέψεις για δημιουργία ενός ελληνικού portal για τα σπορ περιπέτειας. Δημιούργησε αγώνες ορεινού τρεξίματος, όπως Olympus Marathon (2004), Virgin Forest Trail (2007), Χειμωνιάτικος Ενιπέας (2006), Rodopi Ultra Trail (2009), Olympus Mythical Trail (2012). Στο ενεργητικό του αρκετές συμμετοχές σε αγώνες, όπως και μικρές αποστολές ultra διασχίσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό
www.advendure.com