
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
Ένα ταξίδι είναι πάντοτε συναρπαστικό. Όμως ένα ταξίδι στη γαλαρία γίνεται ακόμη καλύτερο! Αποκλείεται να μη θυμάστε την εποχή του σχολείου που σε κάθε εκδρομή παίζατε “ξύλο” για να κάτσετε στη γαλαρία στο βάθος του λεωφορείου. Εκεί πίσω γινόταν όλη η φασαρία, εκεί πίσω μηχανορραφούσαμε τις νέες σκανταλιές που θα ταλαιπωρούσαν τους δασκάλους μας και εκεί πίσω τα όνειρά μας φαίνονταν πιο εύκολο να πραγματοποιηθούν! Γιατί; Επειδή ήμασταν περισσότεροι εκεί πίσω και ο ένας στήριζε τον άλλον! Ήμουν, λοιπόν, βέβαιος πως η απόφαση μου να διαλέξω το ρόλο της “Σκούπας” στον Florina Trail Challenge, που διεξαγόταν για πρώτη φορά, θα ήταν ένα μοναδικό ταξίδι στη γαλαρία που θα με γέμιζε νέες εμπειρίες και αναμνήσεις!
Πολλοί φίλοι που βρέθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο στις καταπράσινες πλαγιές του Βαρνούντα περιμένουν, σίγουρα, να ξεκινήσω γράφοντας για το πρόβλημα της σηματοδότησης που υπήρξε. Υπομονή, θα φτάσω κι εκεί. Αντί αυτού θα ήθελα να ξεκινήσω όχι από τη αρχή αλλά από το τέλος, αφού στο τέλος βρισκόμουν καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα. “Σκουπίζοντας” έκανα νέους φίλους όπως ο Γιάννης, που δεν άφησε την επέμβαση στη χολή του, πριν ενάμιση μήνα, να τον εμποδίσει να συμμετάσχει! Ή όπως η Χρυσούλα που μαζί με τη φίλη της ταξίδεψαν αρκετά χιλιόμετρα από την Αθήνα για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στις απότομες πλαγιές του βουνού. Φυσικά, δεν θα μπορούσα να ξεχάσω τη Μαίρη, της οποίας τον αγώνα ζήσαμε μαζί με τον Δημήτρη Ντωνέ, που βοηθούσε με το “σκούπισμα”, βήμα-βήμα μέχρι τον τερματισμό.

Αυτή τη φορά τρέξαμε ένα διαφορετικό αγώνα, νιώσαμε το άγχος των φίλων δρομέων να προλάβουν τα χρονικά όρια και αισθανθήκαμε το πάθος τους να τερματίσουν με κάθε τρόπο! Γελάσαμε, τους “πειράξαμε”, τους δώσαμε να πιουν νερό, τους μαλώναμε όταν κάθονταν πολύ και φροντίζαμε να τους τονώνουμε το ηθικό σε όλες τις δύσκολες ανηφόρες! Αυτό, δε, που είναι άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι οι αθλητές της “γαλαρίας” χρειάστηκαν δύο ή και τρεις ώρες περισσότερο απ’ όλους τους υπόλοιπους για να ολοκληρώσουν την προσπάθειά τους! Ακόμη κι εγώ, που λέω πως τάχα τρέχω σε αγώνες βουνού ultra, κουράστηκα κάποια στιγμή ψυχολογικά. Η πολύωρη παραμονή στο βουνό και στα μονοπάτια του απαιτεί περίσσιο ψυχικό σθένος που δεν έχουν μόνο όσοι πιέζουν τον εαυτό τους για να τερματίσουν πρώτοι αλλά και αυτοί που θα έρθουν τελευταίοι πανηγυρίζοντας και χοροπηδώντας! Αυτοί αξίζουν τα πιο δυνατά παλαμάκια και είναι κρίμα όταν εκτός από τους εθελοντές και τη διοργάνωση δεν βρίσκεται ολόγυρα κόσμος να είναι κι αυτός μάρτυρας του κατορθώματός τους. Ένα μεγάλο “ΜΠΡΑΒΟ”, λοιπόν, από εμένα σε όλους τους αθλητές της “γαλαρίας”!

Πρωινό Κυριακής και όλοι οι αγωνιζόμενοι έχουν ήδη μαζευτεί στον ανοιχτό χώρο του Νέου Πάρκου της Φλώρινας. Δυνατή μουσική, drones με κάμερες να πετούν πάνω από τα κεφάλια μας και γνώριμες φάτσες που χαμογελούν συνέχεια καθώς κάνουν το ζέσταμά τους! Ο Δημήτρης κι εγώ είμαστε ακόμη λίγο κουρασμένοι από την προηγούμενη μέρα που κύλησε θαυμάσια. Πρωινό τρέξιμο κοντά στο χωριό μου, έπειτα περιήγηση στο πανέμορφο Νυμφαίο, και τις αρκουδίτσες του “Αρκτούρου”, γεύμα στο χωριό Ψαράδες, με θέα τη Μεγάλη Πρέσπα και τέλος περίπατος στο νησάκι του Αγίου Αχίλλειου που βρίσκεται στη Μικρή Πρέσπα. Στην επιστροφή, αργά το απόγευμα, οι γυναίκες μας συνέχισαν για το χωριό ενώ εμείς μείναμε στην Φλώρινα για τον “Sakoulevas Run”, τον παιδικό αγώνα και την τεχνική ενημέρωση.

Ο “Sakoulevas Run”, των 5 χιλιομέτρων του Σαββάτου, είναι ένας μικρός όμορφος αγώνας που περνάει από τα πλακόστρωτα, δίπλα από το ομώνυμο ποτάμι της Φλώρινας, δίνοντας στους δρομείς μια μικρή γεύση της πόλης. Άλλωστε η Φλώρινα είναι μικρή σε έκταση και με αυτόν τον τρόπο ήδη έχεις κάνει μια γρήγορη βόλτα. Αν δεν κυνηγάς το ρολόι, και απολαμβάνεις τριγύρω την πόλη, τότε είσαι από τους τυχερούς διότι η μικρή διαδρομή θα σου αποκαλύψει μερικές όμορφες καφετέριες και μπυραρίες στις οποίες μπορείς να χαλαρώσεις αργότερα το βράδυ, σχεδιάζοντας τον αγώνα της επόμενης μέρας.
Την λήξη του “Sakoulevas Run”, και λίγο πριν τη δύση του ήλιου, ακολούθησε η τεχνική ενημέρωση που πραγματοποιήθηκε σε αμφιθεατρική αίθουσα που βρίσκεται κοντά στο Νέο Πάρκο. Αυτό που μου προξένησε απορία είναι πως εντός της αίθουσας υπήρχαν, μετά βίας, 30 με 35 άτομα από ένα σύνολο +200 δρομέων που είχαν δηλώσει συμμετοχή στους αγώνες της Κυριακής. Κατανοώ ότι πολλοί ίσως ταξίδευαν αυθημερόν την επόμενη μέρα, όμως όλοι οι υπόλοιποι πού ήταν; Κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης, ο Σπύρος Καρατζούλης έκανε μια ωραιότατη παρουσίαση, με τη χρήση PowerPoint, των τεχνικών χαρακτηριστικών των 3 διαδρομών (Arctos, Lupus, Lynx) μιλώντας σχεδόν για όλα. Παρόλα αυτά, πιστεύω πως αν βρίσκονταν περισσότεροι αθλητές εντός της αίθουσας ίσως αναλύαμε βαθύτερα και ουσιαστικότερα κάποια θέματα, σηματοδότηση για παράδειγμα.

Τα περισσότερα τεχνικά χαρακτηριστικά απ’ όσα ανέλυσε ο Σπύρος υπήρχαν γραμμένα και στο site της διοργάνωσης οπότε θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με πιο ουσιώδη ζητήματα τα οποία ενδεχομένως να προέκυπταν από τη συζήτηση με περισσότερο κόσμο. Φυσικά, πιστεύω ακράδαντα ότι αρκετοί, όπως κι εγώ ο ίδιος, θα μπούμε στο site μιας διοργάνωσης μόνο για την εγγραφή, όταν πρόκειται για κάποιο μικρό αγώνα, οπότε καλώς αναφέρθηκαν τα παραπάνω και στην τεχνική ενημέρωση. Σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν, μιας που σαν λαός έχουμε μάθει να είμαστε της τελευταίας στιγμής, να προηγείται του αγώνα άλλη μια μίνι τεχνική ενημέρωση ώστε να λύνονται όλες οι απορίες των αθλητών.
Με τον Δημήτρη λιαζόμασταν στις κερκίδες του Νέου Πάρκου περιμένοντας την εκκίνηση των 16 και 6 χιλιομέτρων. Οι 77 δρομείς του “Arctos Trail” που είχαν προηγηθεί ήταν σίγουρο πως θα ταλαιπωρούνταν από τη ζεστή μέρα που είχε . Ο αγώνας ξεκίνησε και αφού αναχώρησαν όλοι ακολουθήσαμε κι εμείς με την ησυχία μας. Η κούραση και η εξάντληση φάνηκε από νωρίς στα πρόσωπα των αθλητών αφού η ανάβαση για Τάιμα ήταν μια πραγματική δοκιμασία για τους τετρακέφαλους. Δυστυχώς από νωρίς αντιληφθήκαμε με τον Δημήτρη το πρόβλημα της σηματοδότησης που υπήρχε.

Η σήμανση, ως είχε, θα άρμοζε περισσότερο σε αγώνα βουνού των +100 χιλιομέτρων όπου οι ταχύτητες που κινούμαστε είναι μικρότερες. Σε διαδρομές μέχρι 40 – 50 χιλιομέτρων η σήμανση πρέπει να είναι αρκετά πυκνή και να σε κατευθύνει από μακριά χωρίς ασάφειες. Στον “Florina Trail Challenge” μετρήσαμε με τον Δημήτρη 3 με 4 σημεία στα οποία αν έβαζες το κεφάλι κάτω και πήγαινες τότε θα συνέβαινε το κακό. Επίσης τα ριγέ καρτελάκια με το λογότυπο του αγώνα, αν και καλαίσθητα, αποδείχτηκαν δυσδιάκριτα όσο βρισκόσουν μέσα στο δάσος. Ωστόσο, θετικό στοιχείο ήταν η σηματοδότηση με την χιλιομετρική ένδειξη που σε ενημέρωνε για την απόσταση που έπρεπε να διανύσεις ως το τέρμα! Η καλύτερη λύση, λοιπόν, που μπορώ να προτείνω είναι να χρησιμοποιηθεί μπογιά, κόκκινη σε άσπρο φόντο ή το αντίθετο, πάνω σε δέντρα, αρκετή κορδέλα έργου σε διασταυρώσεις, ειδικά περνώντας μέσα από χωριά, και συμπληρωματική σήμανση με το λογότυπο του αγώνα όπου χρειάζεται.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι πως στον ίδιο ορεινό όγκο υπάρχει η σήμανση των μονοπατιών του ορειβατικού συλλόγου και του ποδηλατικού αγώνα “Drosopigi Race” (τα ταμπελάκια του ποδηλατικού αγώνα θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να έχουν μαζευτεί από τη διοργάνωσή τους εφόσον δεν υπήρχε λόγος), γεγονός που μπορεί να μπερδέψει αρκετούς. Για τον παραπάνω λόγο η σηματοδότηση του “Florina Trail Challenge” πρέπει να είναι αποκλειστικά δική του.

Άλλο ένα θέμα που δημιουργήθηκε είναι αυτό κατά το οποίο πολλοί υποστήριξαν πως οι διαφορετικοί αγώνες θα έπρεπε να είχαν και διαφορετικό χρώμα σήμανσης. Το θεωρώ περιττό μιας που οι μικρότερες διαδρομές κινούνται μέσα στη μεγαλύτερη των 31 χιλιομέτρων. Ωστόσο αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι να υπάρχει κάποιο υπεύθυνο άτομο, σε κάθε σημείο που χωρίζουν ή ενώνονται οι αγώνες, ώστε να κατευθύνει κατάλληλα τους αθλητές και να μην αποχωρήσει από εκεί αν δεν περάσει και η “Σκούπα”. Φυσικά, κάπου εδώ φταίμε κι εμείς σαν αθλητές διότι πρέπει να μελετάμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αγώνα που θα τρέξουμε (ανέφερα το θέμα της τεχνικής ενημέρωσης προηγουμένως). Μια ματιά στο υψομετρικό προφίλ έφτανε ώστε οι αθλητές του “Lupus Trail” να γνωρίζουν πως η διαδρομή δεν τους οδηγούσε σε δεύτερη ανάβαση στην Τάιμα οπότε, ακόμη και αν χάνονταν, δεν θα είχαν διανύσει πολλά λάθος χιλιόμετρα.
Θα κλείσω τη μεγάλη παρένθεση του προβλήματος της σηματοδότησης λέγοντας πως η κύρια ευθύνη βαραίνει, φυσικά, τον εκάστοτε διοργανωτή όμως σαν δρομική κοινότητα αποδεικνύεται ότι δεν είμαστε και τόσο έτοιμοι ακόμα για τα βουνά. Όχι γιατί αφηνόμαστε εντελώς στην καθοδήγηση από τη σηματοδότηση, δίχως να σκεφτόμαστε αν όντως πρέπει να ακολουθήσουμε το συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά γιατί δεν μπορούμε να διατηρήσουμε τη ψυχραιμία μας και ψάχνουμε να ξεσπάσουμε κάπου. Μου έχει συμβεί και δεν είμαι καλύτερος κανενός σας και όπως μετάνιωσα εγώ έτσι είμαι σίγουρος πως έχουν μετανιώσει τώρα όσοι φώναξαν και έβρισαν λόγω των όσων συνέβησαν. Υπάρχει πάντα κι άλλος τρόπος πέρα από τις φωνές. Και στο κάτω-κάτω ρε ‘σεις πάμε να κάνουμε το κέφι μας και να φύγουμε γεμάτοι νέες εικόνες και αναμνήσεις! Καθένας μας γνωρίζει πόσα αξίζει γι’ αυτό τα μετάλλια, τα κύπελλα και οι χρόνοι δεν πρέπει να γίνονται το μοναδικό κριτήριο για όσα κάνουμε.

Φτάνοντας στην Τάιμα οι αθλητές που συνοδεύαμε αναστέναξαν με ανακούφιση και συνέχισαν προς τον σταθμό τροφοδοσίας στο Τριφυλλίτση. Ο Δημήτρης μου πρότεινε να κάτσουμε και να τους αφήσουμε να προπορευτούν ώστε να τρέξουμε και ‘μείς λίγο για να χαρούμε τη διαδρομή με το δικό μας τρόπο. Συνεχίσαμε περπατώντας ήρεμα, κοντά στην κορυφογραμμή. Άραγε ανέβηκε κανείς λίγο πιο ψηλά, στην κόψη ακριβώς, να θαυμάσει τη θέα, σκέφτηκα. Ανηφόρισα μερικά μέτρα και βρέθηκα να αγναντεύω δύο καταπράσινες κοιλάδες δεξιά κι αριστερά μου καθώς και τον ορίζοντα τριγύρω που με γέμιζε δέος! Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο καθαρή που μπορούσα να διακρίνω πολλά κτίρια της Φλώρινας με ευκολία καθώς κοιτούσα προς τα κάτω. Αν αγωνιζόμουν σίγουρα δεν θα έκανα αυτήν τη μικρή παράκαμψη για να θαυμάσω τη θέα.
Σε εκείνο το σημείο, τράβηξα αρκετές φωτογραφίες παράξενων σχηματισμών από βράχια προσπαθώντας να τις ερμηνεύσω καλλιτεχνικά, όπως το κεφάλι του λέοντα πιο πριν κοντά στη “Βλάχικη Πλάκα”. Τελικά κατέληξα πως εκτός από το κεφάλι του λέοντα οι υπόλοιποι σχηματισμοί απλά μου θύμιζαν βράχια. Κάπως έτσι πέρασε η ώρα και αρχίσαμε πλέον να κατηφορίζουμε γοργά με τον Δημήτρη ένα μονοπάτι που χανόταν μέσα στις αμέτρητες οξιές! Τη μια στιγμή τα πάντα ήταν φωτεινά ενώ μετά από λίγο βρισκόμασταν μέσα στο καταπράσινο σκοτάδι του δάσους! Παρότι το μονοπάτι ήταν γεμάτο ξερά φύλλα δεν υπήρχε ούτε ένα κλαδάκι στο οποίο κινδυνεύαμε να σκοντάψουμε. Εδώ, έπρεπε να τρέξω όσο άντεχε η ψυχή μου και δεν δίστασα να το κάνω. Ο Δημήτρης που ήταν πιο μπροστά έκανε την ίδια σκέψη και δίχως να το καταλάβουμε κατηφορίζαμε, με απαγορευτικά γρήγορους ρυθμούς για το Garmin, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα από τα δέντρα. Μια πραγματική παιδική χαρά για μεγάλους που δύσκολα μπορείς να συναντήσεις αλλού!

Στο 9ο χιλιόμετρο, εκεί που βρισκόταν ο σταθμός, προλάβαμε τη γαλαρία των 16 χιλιομέτρων η οποία έστριβε δεξιά για να ακολουθήσει πάλι μονοπάτι μέσα στο δάσος. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην παγωμένη βυσσινάδα του σταθμού και ήπια τρία ποτήρια μονορούφι! Σκέτο νέκταρ! Μάλιστα το γλυκό κέικ που πρόσφεραν έδενε τέλεια με τον χυμό. Παρόλα αυτά οι σταθμοί, αν και είχαν τα απαραίτητα, ήταν λίγο φτωχικοί. Θα ήθελα μαζί με τα αλμυρά κράκερ να υπάρχουν και τσιπς, ίσως καμιά μπάρα αντί για σοκολάτα που θα έλιωνε λόγω ζέστης, τζελάκια, που δεν θυμάμαι να συνάντησα κάπου και εκτός από μπανάνα, πολλές φορές είπαμε με τον Δημήτρη πως θα ήταν ωραίο να είχαμε λίγο καρπούζι ή κανένα ώριμο ροδάκινο να φάμε για να μας δροσίσει από τη ζέστη! Θα θέλαμε να καθίσουμε περισσότερο στο σταθμό αλλά οι εθελοντές μας ζήτησαν να προλάβουμε το Νο 113 που δεν αισθανόταν καλά και είχε ώρα που αναχώρησε από εκεί.

Ακολουθήσαμε με τον Δημήτρη τον δασικό που απομακρυνόταν από τον σταθμό και μας οδηγούσε χαμηλότερα σε έναν νέο παιδότοπο για μεγάλους. Βρεθήκαμε πάλι μέσα σε πυκνό δάσος με οξιές και το χαμόγελο που διαγράφτηκε στα πρόσωπά μας αποκάλυπτε τις προθέσεις μας! Πλέον είχαμε δύο λόγους να τρέξουμε σα διάολοι, ο κύριος ήταν να προλάβουμε το Νο 113 και ο δευτερεύων να δούμε τις πανέμορφες εθελόντριες από κοντά που βρίσκονταν στον επόμενο σταθμό, στο χωριό Κλαδοράχη. Φυσικά, μιλάω για τη γυναίκα του Δημήτρη και τη δική μου που αποφάσισαν να βοηθήσουν τους αθλητές του μεγάλου αγώνα να ολοκληρώσουν επιτυχώς την προσπάθειά τους. Δεκτές, λοιπόν, οι φιλοφρονήσεις προς τα πρόσωπά τους.
Σαν όνειρο που τέλειωσε νωρίς ένιωσα σαν έφτασα στον σταθμό της Κλαδοράχης. Το μονοπάτι που είχε προηγηθεί ήταν απαράμιλλης ομορφιάς και δικαιολογημένα δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ! Μια μικρή στάση στο
σταθμό και ένα δυο φιλιά ήταν αρκετά για να φύγουμε πάλι γεμάτοι ενέργεια και ζωντάνια από ‘κει. Η Στέλλα και η Νάντια μας ενημέρωσαν πως το 113 είχε λίγα μόλις λεπτά που πέρασε και ότι πολύ σύντομα θα τη συναντούσαμε.
Πράγματι, πιο κάτω, γνωρίσαμε τη Μαίρη, η οποία εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει επειδή δεν μπορούσε να βρει τα σημάδια. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσουμε με τον Δημήτρη να τα παρατήσει για το λόγο αυτό. Από εκεί κι έπειτα, στη γαλαρία των 31 χιλιομέτρων, αποκτήσαμε και τρίτο μέλος, στου οποίου την προσπάθεια ήμασταν θεατές από κοντά. Συνεχίσαμε οι τρεις μας μέσα από μια δασική έκταση με βελανιδιές που μας οδήγησε σε ένα δασικό δρόμο πίσω από το χωριό Πρώτη. Αυτό που μπορούσε να διακρίνει κανείς, ακόμη και αν δεν γνώριζε από αυτά, ήταν το πλήθος από ίχνη αρκούδας πάνω στο δασικό δρόμο. Ίχνη από τα μπροστά και τα πίσω πόδια που πολλές φορές ξεπερνούσαν σε μέγεθος το παπούτσι μου. Κάποιοι τυχεροί δρομείς είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά, ελεύθερα, αυτά τα μοναδικά θηλαστικά, όταν τα συνάντησαν τυχαία καθώς αγωνίζονταν! Ας μου επιτραπεί να τους πω κ@λόφαρδους μιας που τόσα χρόνια τρέχω στη Φλώρινα και δεν είδα ποτέ ελεύθερη αρκούδα στο δάσος. Μάλιστα, η διοργάνωση εκμεταλλεύτηκε πολύ σωστά την ύπαρξη της αρκούδας στα μέρη αυτά και μέσω μιας συνεργασίας πρόσφερε δωρεάν, σε όλους τους συμμετέχοντες του “Florina Trail Challenge” για το διήμερο του αγώνα, μια ενημέρωση στην έδρα του Αρκτούρου, στο Νυμφαίο, για τα υπέροχα αυτά πλάσματα.
Αφήνοντας πίσω το χωριό Πρώτη θα ξεκινούσε σύντομα μια μεγάλη ανάβαση που θα μας οδηγούσε στον πιο ωραίο σταθμό τροφοδοσίας από άποψη φυσικής ομορφιάς. Το στενό μονοπάτι, που ξεκινούσε από μια γυμνή σχεδόν πλαγιά του βουνού, δεν άργησε να τρυπώσει και πάλι μέσα σε ένα δάσος από βελανιδιές τις οποίες θα διαδέχονταν πανύψηλες οξιές! Και κάπου εκεί κρυμμένο, ανάμεσα στα φύλλα, το σπίτι του Μπάρμπα-Στρουμφ! Λογικό να μένουν τα στρουμφάκια σε ένα τόσο όμορφο δάσος. Βήμα-βήμα, κουβέντα στη κουβέντα φτάσαμε τελικά στο χιλιόμετρο 18, στο σταθμό τροφοδοσίας “οροπέδιο”.


Μη σας ξεγελάει η ονομασία, το οροπέδιο ήταν απλά ένα ξέφωτο ανάμεσα στις οξιές που βρίσκονταν ολόγυρα. Ο χώρος είναι ιδανικός για να κατασκηνώσεις, μιας που υπάρχει πηγή με παγωμένο νερό, κάτι που έκαναν οι εθελοντές του σταθμού που ήταν μέλη του συλλόγου ορειβατών Φλώρινας. Για τους πολύ πεινασμένους, στο σταθμό υπήρχε αρνάκι στα κάρβουνα και κρύα μπύρα. Αφήσαμε τη Μαίρη να φύγει παρέα με ένα φίλο δρομέα και κάτσαμε με τον Δημήτρη να δούμε αν ψήθηκε καλά το αρνί. Αλήθεια σας λέω, αν δεν ήταν ο Δημήτρης θα ήμουν ακόμα εκεί επάνω. Παρά τις προτροπές των εθελοντών να μείνουμε, αναχωρήσαμε αφού η ώρα περνούσε γρήγορα. Ωστόσο, λίγο παραπάνω υπήρχε μια μικρή ξύλινη καμπίνα με μια ξύλινη βεράντα πάνω στην πλαγιά, ανάμεσα στις οξιές, και σταματήσαμε ξανά. Τα παιδιά εκεί κερνούσαν μεζεδάκια και τσίπουρο παραγωγής τους. Ναι! Φάγαμε, ήπιαμε και τους ευχαριστήσαμε φεύγοντας. Συνεχίζοντας την ανάβαση μέσα στο πυκνό δάσος αρχίσαμε ξαφνικά να βράζουμε με τον Δημήτρη! Φαντάσου να πίναμε και δεύτερο ποτηράκι τσίπουρο...

Βγαίνοντας, έπειτα από κάποια χιλιόμετρα, μέσα από το δάσος διαπίστωσα πως κατευθυνόμασταν και πάλι για Τάιμα έχοντας να διασχίσουμε την ίδια διαδρομή που είχαμε κάνει την πρώτη φορά. Για να είμαι ειλικρινής, δυσαρεστήθηκα. Το να τρέξω τα ίδια χιλιόμετρα, με την ίδια φορά μου έπεφτε κομματάκι βαρύ εκείνη τη στιγμή. Η διοργάνωση μπορεί να εκμεταλλευτεί στο μέλλον, αν το επιθυμεί, τον ορεινό όγκο από την άλλη πλευρά της Φλώρινας, όπου βρίσκεται ο Σταυρός, και να σχεδιάσει μια κυκλική διαδρομή, αντίστοιχων χιλιομέτρων και θετικής υψομετρικής που δεν θα επαναλαμβάνεται σε κανένα σημείο. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφύγει τυχόν μπερδέματα από δρομείς των δύο αγώνων.
Ακολουθώντας τη Μαίρη, που πλέον αισθανόταν καλύτερα, φτάσαμε στο σταθμό τροφοδοσίας στο Τριφυλλίτση για δεύτερη φορά και στρίψαμε δεξιά, ακολουθώντας την κοινή διαδρομή των Arctos και Lupus Trail, για να διασχίσουμε τα τελευταία εφτά χιλιόμετρα του αγώνα. Μέγας πρωταγωνιστής κι εδώ το πυκνό δάσος που για ώρα μας προστάτευε από τον καυτό ήλιο. Εδώ η διαδρομή περνάει από στενό μονοπάτι που εναλλάσσεται με δασικό δρόμο χωρίς ιδιαίτερη κατηφορική κλίση. Αυτό, όμως, θα αλλάξει παντελώς όταν μετά από ένα μικρό ξέφωτο το μονοπάτι αρχίζει να κατηφορίζει έντονα μέσα στα δέντρα, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι έχει ξεκινήσει η κατηφόρα που οδηγεί στην πόλη της Φλώρινας και στον τερματισμό.
Τον τελευταίο σταθμό τροφοδοσίας, στο 28ο χιλιόμετρο, τον προσπερνάμε στα γρήγορα προσπαθώντας να παρακινήσουμε το Νο 113 να τερματίσει σε λιγότερο από 7 ώρες και 30 λεπτά. Η βλάστηση αλλάζει σιγά-σιγά και καθώς μπαίνουμε πάλι μέσα στο πευκοδάσος ξέρω πως το τέρμα είναι κοντά.
Είναι καταμεσήμερο και δεν κυκλοφορεί ψυχή στη Φλώρινα. Μόνο οι εθελοντές είναι στα πόστα τους περιμένοντας εμάς να περάσουμε. Στα τελευταία 200 μέτρα μέχρι την αψίδα, εντός του Νέου Πάρκου, αφήνουμε τη Μαίρη να τρέξει μόνη της. Ήταν ο δικός της αγώνας και μόχθησε γι’ αυτόν! Συνεπώς ο τερματισμός έπρεπε να είναι δικός της! Έχοντας τελειώσει με το “σκούπισμα” κάτσαμε με τον Δημήτρη να φάμε χοιρινή τηγανιά, ρύζι, κοτόπουλο και να πιούμε κρύα μπύρα σχολιάζοντας όλα όσα ζήσαμε στη γαλαρία του Βαρνούντα!
Λεζπουρίδης Θεοχάρης.
View this photo set on Flickr