Moschopodi Trail 2026: 25 χιλιόμετρα στον τόπο άσκησης του Ιερού Λόχου των Θηβών!

Μην με σκέψεις άσχημες καλείς τους Θεούς, γιατί η πειθαρχία είναι η μητέρα της ευπραξίας και σύζυγος της ευτυχίας”: απόσπασμα από την τραγωδία του Αισχύλου, Επτά επί Θήβας.

Η Αρχαία Θήβα ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. H σημαντική ισχύς της την έχρισε τον 4ο αιώνα π.Χ. βασικό αντίπαλο της Σπάρτης και της Αθήνας. Οι καινοτόμες πολεμικές τακτικές, όπως η λοξή φάλαγγα, ο Ιερός Λόχος που αποτελείτο από 300 επίλεκτους μαχητές, και η εξαιρετική ηγεσία, οδήγησαν τη Θήβα σε καίριες νίκες που άλλαξαν την ιστορία.

 

 

Στον τόπο εκπαίδευσης των Θηβαίων οπλιτών, το ιερό τους δάσος, το Μοσχοπόδι, η μνήμη μου με ταξιδεύει στα μαθητικά μου χρόνια. Αναπολώ την έκσταση που ένιωθα όταν ο καθηγητής της ιστορίας αναφερόταν στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), όπου η Θήβα, με τη συντριπτική της νίκη, κατέρρευσε τη σπαρτιατική υπεροχή. Τη συγκίνηση, το δέος που ένιωσα διαβάζοντας για τη 2η μεγάλη νίκη των Θηβαίων κατά των Σπαρτιατών στη Μαντίνεια (362 π.Χ.), η οποία είχε ένα τεράστιο τίμημα: τον θάνατο του φυσικού ηγέτη των Θηβών, του στρατηγού Επαμεινώνδα.

 

“Ψυχές και σώματα στον χρόνο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή ...”, ο εκπληκτικός στίχος της Χάρις Αλεξίου με συνεπαίρνει και μαζί με εμένα όλες τις συναθλήτριες και συναθλητές μου που αυτό το ηλιοδώριστο πρωινό έχουμε πάρει θέση “απογείωσης” στο ονειροδρόμιο της εκκίνησης των 25Κ του Moshopodi Trail. Σήμερα οι ψυχές και τα σώματα των αρχαίων πολεμιστών έχουν αλλάξει ονόματα, είναι εδώ, μέσα μας, στην Άννα, τον Δημήτρη, τον Νίκο, την Ειρήνη, σε όλους μας, και μας παροτρύνουν: “διάλεξε μια ηλικία και μείνε εκεί, γιατί η ηλικία είναι η ψυχή και να ακολουθείς μόνο αυτή και όχι τα χρόνια σου”.

Το Μοσχοπόδι είναι ένα φυσικό δάσος που σφιχταγκαλιάζει στοργικά τη Θήβα και διακρίνεται από την φοβερή βιοποικιλότητα, την εκπληκτική εναλλαγή χρωμάτων της χλωρίδας του και την ανέγγιχτη ομορφιά του που βοά, συνεπικουρούμενη από ένα αλησμόνητο μίγμα ευωδιάς του ανέμου. Ενός ανέμου ο οποίος συμπαρασύρει τις αναδυόμενες ανάσες των θυμαριών και δεν σου αφήνει καμία άλλη επιλογή από το απλά να ταξιδέψεις στα μονοπάτια του, εκτός ελέγχου, με έναν μόνο οδηγό: τις αρχέγονες, τις έμφυτες αισθήσεις σου.

 

Αυτό που χαρακτηρίζει, ξεχωρίζει, ιδεατά καθορίζει και που κυριολεκτικά λατρεύω όταν τρέχω στους αγώνες βουνού, είναι η έλλειψη συνωστισμού. Παρόλο που το σήμα της εκκίνησης συμπαρασύρει τουλάχιστον δύο εκατοντάδες συμμετέχοντες προς την ίδια πορεία, μετά από λίγα χιλιόμετρα τρέχω μόνος, αλλά περικυκλωμένος από μια αλληλουχία εκθαμβωτικών εικόνων που απλώνουν μια σιωπηλή αγκαλιά και με αναγεννούν διαμέσου του φωτός. Η αιώνια δύναμή τους με θρέφει, τόσο που δεν τρέχω πια, αιωρούμαι αγγίζοντας τις κορυφές των λόφων. Το δάσος είναι διάστικτο από λόφους με μικρές χαράδρες που οι πυθμένες τους, που σήμερα αποτελούν τα μονοπάτια μας, είναι ξεροπόταμοι που χαράζουν το έδαφος με τις στεγνές κοίτες τους και βρίθουν από άμμο και βότσαλα. Μυστικά περάσματα στις πλαγιές τους, διακοσμημένα με την ύψιστη αισθητική της Θεάς Δήμητρας, σφύζουν από αγριολούλουδα, πουρνάρια, θυμαροθάμνους και με καλούν να τα ακολουθήσω γινόμενος ένα με αυτά.

 

Στο 9ο χιλιόμετρο, στα ριζά ενός πελώριου βράχου, τη συνάντησα. Στεκόταν εκεί όπου ο ξεροπόταμος έσμιγε με τη σκιά των λόφων, σαν να φύλαγε το πέρασμα. “Ποια είσαι εσύ, αρχοντόμορφη;” τη ρώτησα, κι η φωνή μου ακούστηκε ξένη μέσα στην πανδαισία των ψιθυριστών ήχων του φαραγγιού. Εκείνη χαμογέλασε ανεπαίσθητα και για μια στιγμή ο αέρας δρόσισε, σαν να ξεπρόβαλε νερό κελαρυστό από το χαμόγελό της. “Είμαι η νύμφη των ποταμών, η Αμαλία”, αποκρίθηκε, και τα λόγια της έμοιαζαν περισσότερο με ψίθυρο νερού πάνω στα καυτά βότσαλα παρά με ανθρώπινη φωνή. “Μα εδώ δεν υπάρχει πια ποτάμι”, τόλμησα να πω, δείχνοντας την άνυδρη κοίτη. “Υπάρχει”, απάντησε ήρεμα, “απλώς εσύ έμαθες να βλέπεις ό,τι κυλά μπροστά στα μάτια σου. Τα νερά δεν χάνονται, κοιμούνται, θυμούνται και περιμένουν”. Έσκυψε και άγγιξε το χώμα. Για μια στιγμή νόμισα πως άκουσα έναν μακρινό παλμό, σαν καρδιά κρυμμένη βαθιά στον πυθμένα της γης. Μια πηγή με κρυστάλλινο νερό αναδύθηκε μέσα στα κρινένια ακροδάχτυλά της. “Βλέπεις; Κάθε χαράδρα έχει τη φωνή της, κάθε βράχος τη μνήμη του”, συνέχισε. “Κι αν ενσωματωθείς, αν ο ιδρώτας σου γίνει ένα με το κοιμισμένο νερό του ποταμού, τότε θα σε δεχτεί, δεν θα σε ξεχάσει, θα σε ξεδιψάσει”. Την κοίταξα ξανά, μα ήδη η μορφή της άρχιζε να χάνεται μέσα στο φως και τις σκιές, σαν να την κατάπινε ο ίδιος ο ποταμός που την είχε γεννήσει. Παρασύρομαι από την ονειροπαρμένη, μυθοπλασμένη προσωπικότητά μου και γίνομαι το νερό που κάποτε κυλούσε ορμητικά στους ξεροπόταμους. Με αποδέχονται και η αναπνοή τους από καυτή γίνεται δροσερή σαν την αναπνοή της ίδιας της φύσης.

 

Στο 19ο χιλιόμετρο τρέχω πια με ανάσα βαριά, όταν μπροστά μου ανοίγεται ένα προαιώνιο ανηφορικό μονοπάτι. Σαν να γεννήθηκε μαζί με το βουνό, διασχίζει μια ατελείωτη θάλασσα από πεύκα.

Το βλέμμα μου χάνεται στις φυλλωσιές τους, μα το σώμα διαμαρτύρεται — η καρδιά μου υπερλειτουργεί, τα πόδια βαραίνουν κι όμως συνεχίζω. Κάθε βήμα μου γίνεται μια μικρή απόφαση: να μείνω ή να σταματήσω, να αντέξω ή να υποχωρήσω. Κι εκεί, μέσα στην ένταση της ανηφόρας και τη σιωπή του δάσους, συμβαίνει κάτι παράξενο: το σώμα μου ορθώνεται σαν κατάρτι ιστιοφόρου πλοίου. Η κούραση, ο ιδρώτας, ο κάματος είναι οι “ναύτες” του που αναρτούν το ιστίο της ψυχής. Τώρα το “πλοίο” μου βρίσκει ρυθμό, ανάσες, γίνεται μέρος της θάλασσας των πεύκων με ρότα την κορυφή. Η ανηφόρα κορυφώνεται ξαφνικά. Το μονοπάτι ανοίγει και το βλέμμα απελευθερώνεται — μπροστά μου απλώνεται το βουνό, οι λόφοι, οι χαράδρες, όλα όσα διέσχισα και όλα όσα απομένουν. Στέκομαι για μια στιγμή, όχι από ανάγκη, αλλά από δέος. Και τότε το καταλαβαίνω. Δεν τρέχω για τον χρόνο, ούτε για την απόσταση. Τρέχω για αυτή τη στιγμή. Για τη σιωπή που γεμίζει τα πάντα. Για τη σύνδεση με κάτι πολύ πιο βαθύ από τον τερματισμό σε έναν αγώνα. “Τρέχω για να θυμηθώ ποιος είμαι όταν όλα τα περιττά σιωπούν”.

 

Στο 25ο χιλιόμετρο φτάνω στον βωμό του τερματισμού — φωτεινός, χαμογελαστός, σαν ένας από τους γιους του βασιλιά Ήλιου. Εκεί με υποδέχεται η μύστις των ιερειών, η Μαριάννα. Με μια κίνηση σχεδόν τελετουργική περνά στο στήθος μου ένα θηβαϊκό κόσμημα, σκαλισμένο με την αρχαία πόλη της Θήβας, σύμβολο μνήμης, αντοχής και επιστροφής.

 

Δίπλα της στέκονται δύο δίδυμες ιέρειες, ντυμένες στα λευκά: Μαρία και Μαρία. Με γαλήνια σοβαρότητα μου προσφέρουν, μέσα σε πήλινα σκεύη, κρασί και τροφή: σιτάρι, λάχανα, φακές, ρεβύθια και λάδι. Απλά δώρα, μα φορτισμένα με την ουσία της ζωής.

Στέκομαι μπροστά τους μαγεμένος. Δεν είμαι πια μόνο βουνοδρoμέαςς, είμαι προσκυνητής μιας διαδρομής που με άλλαξε.

Και τότε, σιωπηλά αποθέτω στα πόδια τους τη σκιά της ψυχής μου…

 

 

Δημήτρης Ραυτόπουλος

 

Δημήτρης Ραυτόπουλος

Γεννήθηκα στον Πειραιά από νησιώτες γονείς. Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με τα βουνά ήταν κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο στρατό ως αλεξιπτωτιστής. 

Ένα από τα μεγάλα όνειρα - όραματα μου είναι να τρέξω σ´ όλα τα βουνά της Ελλάδας κ όχι μόνο. Πιστεύω ότι κάθε μέτρο που διανύει κανείς στο βουνό πρέπει να μετατρέπεται σε μεταδιδόμενη σοφία.

Οταν τρέχω στη φύση είμαι ένας άνθρωπος χωρίς ηλικία ή μάλλον ένας ιδρωμένος εικοσάρης που καταγράφει σαν Η/Υ κάθε εικόνα της, στιγμή της, ευωδία της κ  που έχει σαν στόχο - σκοπό να μεταδώσει αυτή τον οργασμό μεταξύ της φύσης κ της  ζωής, σε όποιον δέκτη - άνθρωπο είναι ανοικτός.