Ellinikon Cross Country Race 2016: Εκεί στα ψηλά βουνά! Κύριο

“...... Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα που αντίκριζαν οι μικροί ταξιδιώτες, κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: -Γεια σας, ψηλά βουνά! ......” (Από το γνωστό μυθιστόρημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου) Μπορεί ο νομός Ευρυτανίας, στη Στερεά, να βρίσκεται αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το νομό Αρκαδίας όμως για κάποιο παράξενο λόγο όση ώρα περιπλανιόμουν μέσα στο έλατο-δάσος του Μαινάλου το παραπάνω απόσπασμα τριγύριζε διαρκώς στο μυαλό μου. Ήμουν πάλι μικρό παιδί, σαν τον Αντρέα, τον Μαθιό, τον Φάνη και τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, γεμάτος δέος από το τοπίο που αντίκριζα ολόγυρά μου κι ο ίδιος! Έτρεχα όπως ακριβώς θα ‘θελα, ταξιδιώτης μονάχος σε μια διαδρομή που δε μπορούσα να “χορτάσω”. Δεν με προσπερνούσε κανείς και δεν περνούσα κανέναν. Σαν εγωιστής σκύλος που προσπαθεί να κρατήσει για τον εαυτό του το πιο τεράστιο κόκκαλο, δεν ήθελα να μου αποσπάσει κάποιος άλλος την προσοχή μήτε και να μοιραστώ τις πανέμορφες αυτές εικόνες μαζί του!  Ένιωθα “ωραία”, πλημμυρισμένος με όλα τα συναισθήματα που μπορεί να χωρέσει αυτή η μικρή λέξη!

 

Από νωρίς το μεσημέρι βρίσκομαι στους δρόμους. Έχει πέσει το σκοτάδι για τα καλά κι εγώ ψάχνω ακόμη να βρω το Ελληνικό. Σίγουρα δεν είναι αυτός ο τρόπος που θα επιθυμούσα να περάσω το απόγευμα της Παρασκευής, ωστόσο η Πελοποννησιακή γη έχει πάρα πολλούς κρυμμένους θησαυρούς που χρειάζονται αρκετό χρόνο για να τους ανακαλύψεις. Δεν μετάνιωσα, λοιπόν, καθόλου για την επιλογή μου να ταξιδέψω από το επαρχιακό οδικό δίκτυο και όχι από κεντρικούς οδικούς άξονες αφού έτσι κατάφερα να δω από κοντά μερικά μεγάλα κεφαλοχώρια, όπως η Ανδρίτσαινα και η Καρύταινα, καθώς και άλλα μικρότερα γραφικά χωριά χτισμένα πάνω στις βουνοπλαγιές.

 

Φτάνοντας στο Ελληνικό, βράδυ πια, συνάντησα ένα χωριό που κινούταν σε ρυθμούς τουριστικής περιοχής σε περίοδο διακοπών! Οι δυο-τρεις ταβέρνες, μαζί με τα διπλανά καφενεία και καφέ, έσφυζαν από κόσμο που φυσικά δεν ήταν άλλοι από τους δεκάδες δρομείς που είχαν έρθει για να αγωνιστούν στον “Ellinikon Cross Country Race 50KM” και στο μικρότερο Ellinikon Cross Country Half Marathon το πρωινό του Σαββάτου. Η πέτρινη, κεντρική πλατεία φιλοξενούσε τη γραμματεία του αγώνα, μπροστά ακριβώς από το κτίριο του σχολείου που παρότι δεν λειτουργεί πλέον αποτελεί στολίδι για το χωριό τραβώντας τα βλέμματα, “...... Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα που αντίκριζαν οι μικροί ταξιδιώτες, κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: -Γεια σας, ψηλά βουνά! ......” (Από το γνωστό μυθιστόρημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου.)ειδικότερα κατά τις νυχτερινές ώρες! Όση ώρα περίμενα μέχρι να αρχίσει η τεχνική ενημέρωση, επεξεργαζόμουν τα “καλούδια” που προσέφερε η διοργάνωση σε κάθε αθλητή για τον αγώνα των 50 χιλιομέτρων. Ένα σακίδιο παραλίας με τον αριθμό συμμετοχής, το τσιπ για τη χρονομέτρηση, το καρτελάκι για το προαγωνιστικό γεύμα, την τυπική τεχνική μπλούζα αλλά και ζεστές αθλητικές κάλτσες, για να μην κρυώνουν τα ποδαράκια μου το χειμώνα που θα τρέχω, όλα προσφορά από τους μεγάλους χορηγούς του αγώνα όπως τα καταστήματα INTERSPORT και IKEA.

 

 

Καλή αρχή για αγώνα που διεξάγεται πρώτη χρονιά, σκέφτηκα! Παρόλα αυτά, η διοργάνωση μπορεί να εκμεταλλευτεί περισσότερο τα “δυνατά” ονόματα των χορηγών της και να προσφέρει κάτι διαφορετικό. Επίσης, σίγουρα θα ανέβαζε τον πήχη ψηλότερα η αλλαγή της μακαρονάδας με ένα άλλο πιάτο για το προαγωνιστικό γεύμα ή αλλιώς “pasta party”. Οι τετράγωνες χυλοπίτες, για παράδειγμα, που πουλούσαν κάποιες κυρίες την ημέρα του αγώνα σε έναν πάγκο απέναντι από την αψίδα του τερματισμού, θα ταίριαζαν τέλεια με κόκκινη σάλτσα και λίγο κοτόπουλο. Εγγυημένη συνταγή, τις δοκίμασα την επομένη που επέστρεψα σπίτι. Ας μη γελιόμαστε, οι περισσότεροι από εμάς που τρέχουμε το κάνουμε γιατί θέλουμε να περνάμε και καλά! Δεν θα είμαστε οι πρώτοι του αγώνα αλλά θα είμαστε από τους πρώτους που θα ευχαριστηθούν ένα ωραίο φαγητό και μια κρύα μπύρα! Αντιθέτως, πολύ θετικά στοιχεία, που αφήνουν τις ωραιότερες εντυπώσεις, είναι οι δύο φυσικοθεραπευτές που έκαναν μασάζ σε όλους σχεδόν τους συμμετέχοντες μετά το πέρας του αγώνα τους, η μίνι εκδρομή στο φαράγγι του Λούσιου, που πραγματοποιήθηκε από την διοργάνωση την ημέρα του αγώνα για την αποθεραπεία των αθλητών, και το πάρτυ με ζωντανή μουσική το βράδυ του Σαββάτου. Τέτοια θέλουμε! 

 

Πίσω στη σύντομη, τεχνική ενημέρωση, ο Μπαρμπαλιάς Χάρης, φανερά κουρασμένος από το άγχος της σωστής διεξαγωγής της διοργάνωσης, ήταν σαφής και περιεκτικός, δίχως να παραλείψει οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία, μα και πρόθυμος να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις μας! Δόθηκε έμφαση σε μερικά επικίνδυνα σημεία της διαδρομής, που στην πραγματικότητα δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, αλλά και στη σηματοδότηση η οποία, όπως θα ανακάλυπτα την επόμενη μέρα, ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, με άσπρο-κόκκινη κορδέλα έργου που συναντούσες σχεδόν κάθε πέντε με οχτώ μέτρα!

 

 

Κόντευαν μεσάνυχτα, κι έτσι αφού καληνύχτισα γνωστούς και φίλους, πήγα “Στου γερ’ Αντρίκου” να συναντήσω τον Μορφέα και να ισιώσω λίγο το κορμί μου που είχε διπλώσει στο κάθισμα του αυτοκινήτου από τις συνεχόμενες ώρες οδήγησης.

 

Πρωινό Σαββάτου και εκτός από εμάς, τους παλαβούς που σηκωνόμαστε από το άγριο χάραμα για να παρουμε τα βουνά, ξύπνιοι είναι και μερικοί κάτοικοι του χωριού που φαίνεται ότι θέλουν να ζήσουν και οι ίδιοι τη μικρή γιορτή που έχει στηθεί στον τόπο τους. Βέβαια, μοναδική φιγούρα που δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο σκηνικό είναι η μαυροντυμένη παρουσία ενός παπά που περιφέρεται στην πλατεία. Λίγο αργότερα θα πάρει το μικρόφωνο και θα ψάλλει την πρωινή προσευχή, έτσι ώστε αν μας συμβεί κάτι (χτύπα ξύλο) να μην πάμε αδιάβαστοι... Η εκκίνηση και των δύο αγώνων έχει προγραμματιστεί για τις 07:00 και ενώ η ώρα περνάει γρήγορα εγώ τριγυρίζω από εδώ κι εκεί χαιρετώντας κόσμο και τραβώντας αναμνηστικές φωτογραφίες! Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που τώρα τελευταία ξαφνιάζομαι διαρκώς από την αντίστροφη μέτρηση και μετά κάνω σπριντ για να προλάβω τους μπροστινούς, όχι ότι αν δεν ξαφνιαζόμουν δε θα έκανα αλλά τελος πάντων.

 

 

Τα πρώτα μέτρα της διαδρομής μας οδηγούν σύντομα έξω από το χωριό, ακολουθώντας πια έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο γεμάτο πέτρα. Στο βάθος, μακριά, Θεοδωρακάκος, Διαλεκτός κι άλλος ένας, είμαι σίγουρος ότι έχουν βαλθεί να σπάσουν τα πόδια τους έτσι όπως πάνε όμως η τύχη δεν τους κάνει το χατίρι και απλά τους παρακολουθώ που απομακρύνονται γοργά. Κάπου εκεί και ο πολύ καλός φίλος, Μαγγίτσης Νίκος, που δεν αγωνιζόταν, αλλά είχε έρθει για να βοηθήσει στη σηματοδότηση, και τώρα είχε πέσει στα γόνατα ικετεύοντας τον Ύψιστο μήπως και βάλω μυαλό! Άδικος κόπος... Ο κατηφορικός χωματόδρομος διακόπτεται από μικρά ασφάλτινα κομμάτια, μέχρι και τον πρώτο σταθμό τροφοδοσίας, και δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο σ’ αυτό το σημείο, για μένα προσωπικά, γι’ αυτό και προσπαθώ να τρέξω γρήγορα ώστε να αφήσω πίσω μου αυτό το μονότονο μέρος του αγώνα. Η ανατολή έχει ήδη αρχίσει να φωτίζει τις δασωμένες πλαγιές που κατηφορίζουν  βαθιά στο φαράγγι του Λούσιου, ενώ όποτε συγκεντρώνομαι μπορώ να ακούσω καθαρά τον ήχο που κάνουν τα νερά του ποταμού! Η άφιξη στο γεφύρι του Κόκορη και στο μικρό Ι.Ν του Αγίου Ανδρέα σηματοδοτεί το τέλος του μοναδικού τμήματος του Ellinikon Cross Country Race που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον και που πιθανόν όλοι να περάσουν κοιτάζοντας μόνο μπροστά τους. Από εδώ κι έπειτα όλα θα αλλάξουν!

 

Για λίγα μέτρα μόνο, από την είσοδο στο μονοπάτι, τρέχουμε πάνω σε πετρόχτιστο καλντερίμι το οποίο μας οδηγεί κατά μήκος του ποταμού όλο και βαθύτερα στο φαράγγι. Εδώ η βλάστηση προσπαθεί με μανία να καταλάβει αυτή τη γυμνή λωρίδα γης πάνω στην οποία κινούμαστε και είναι τόσο πυκνή που παρότι έχει ξημερώσει για τα καλά η μηχανή μου ενεργοποιεί το φλας κάθε φορά που φωτογραφίζω κάτι! Χαμηλά στα δεξιά μας το ποτάμι κυλάει με ορμή, κρυμμένο κάτω από τις φυλλωσιές, ενώ τεράστιοι σχηματισμοί βράχων ορθώνονται ψηλότερα στην ίδια πλευρά. Από εδώ δε θα αργήσω να φτάσω στη Μονή Προδρόμου όπου θα αποχαιρετήσω τους συναθλητές μου που τρέχουν στον μικρότερο αγώνα των 25 χιλιομέτρων. Το μοναστήρι, χτισμένο κυριολεκτικά μέσα στο βράχο, παραλίγο να μην το προσέξω καθόλου. Ευτυχώς πήρε τ’ αυτί μου τον Νίκο Κωστόπουλο, που βρισκόταν κοντά και είπε “Κοίτα πάνω!” αλλιώς θα αναρωτιόμουν πού βρίσκονταν οι Μονές για τις οποίες μας μιλούσε ο Χάρης Μπαρμπαλιάς στην τεχνική ενημέρωση. Στο σταυροδρόμι που βρίσκεται λίγο παρακάτω από την είσοδο στη Μονή, οι εθελοντές στέλνουν αριστερά τους συμμετέχοντες στον αγώνα των 50 χιλιομέτρων να ακολουθήσουν το γνωστό μονοπάτι του Μαινάλου. Η διαδρομή κατηφορίζει για λίγο μονάχα, για να συνεχίσει πάλι την ανάβαση που έχει ξεκινήσει εδώ και λίγη ώρα από την είσοδό μας στο φαράγγι.

 

 

Η υγρασία από το ποτάμι, σε ολόκληρο αυτό το κομμάτι, με προβλημάτιζε μόνο όταν κατηφόριζα τρέχοντας στο μονοπάτι, όπου η πρωινή δροσιά σε συνδυασμό με το σκοτάδι και τα μουσκεμένα ρούχα με έκαναν να νιώθω ρίγος! Περίπου ένα χιλιόμετρο παρακάτω αρχίζουμε να ανηφορίζουμε για το μοναστήρι της Παναγιάς του Φιλοσόφου από τα σκαλοπάτια που έχουν λαξευτεί και χτιστεί πάνω και μέσα στο βράχο! Το νέο κτίσμα της Μονής καθώς και ο αυλόγυρος είναι χτισμένοι με πέτρα ταιριάζοντας απόλυτα με το τοπίο που βρίσκονται! Περνώντας μέσα από το προαύλιο δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω την ησυχία που επικρατεί. Μοιάζουν τα πάντα να σέβονται τη γαλήνη του χώρου! Μέχρι και η καρδιά μου ρίχνει τους παλμούς της χτυπώντας πιο ήρεμα. Ωστόσο, σε όποιο σημείο κι αν σταθώ το βλέμμα μου μαγνητίζει η θέα προς το φαράγγι και τους ορεινούς όγκους τριγύρω!

 

 

Στην έξοδο από το μοναστήρι έχει στηθεί ο δεύτερος σταθμός τροφοδοσίας ο οποίος, σαν όλους τους υπόλοιπους, είναι πλήρης από προμήθειες για τους αγωνιζόμενους. Αυτό, δε, που μου τραβάει την προσοχή και που δεν πρόσεξα νωρίτερα είναι η μεγάλη κάρτα στην οποία αναγράφονται διάφορες πληροφορίες για τη διαδρομή όπως τα χιλιόμετρα που έχουμε διανύσει, η απόσταση ως τον επόμενο σταθμό τροφοδοσίας καθώς και οι θετικές κι αρνητικές υψομετρικές διαφορές του τμήματος που ακολουθεί. Για κάποιον που φοράει ρολόι με δέκτη GPS ίσως οι πληροφορίες αυτές να είναι αχρείαστες, για μένα όμως που η μπαταρία στο ρολόι μου “τα φτύνει” μόλις περάσει το τρίωρο είναι μια πολύ καλή ένδειξη του τι έχω ακόμη να αντιμετωπίσω.

 

 

Ακολουθώντας πια το μονοπάτι του Μαινάλου αφήνω πίσω μου το σταθμό και κινούμαι με κατεύθυνση που οδηγεί προς το χωριό Δημητσάνα. Τρέχω ακόμη δίπλα στο φαράγγι γι’ αυτό και η παρουσία του υγρού στοιχείου είναι έντονη! Ειδικότερα κάπου κοντά στο 18ο χιλιόμετρο, και αφού έχω περάσει ένα τοξωτό γεφύρι, η διαδρομή μοιάζει να κινείται πάνω σε ένα μικρό χείμμαρο. Η πρασινάδα που ξεπηδάει από παντού κάνει το τοπίο περισσότερο απολαυστικό, ενώ οι μικροί καταρράκτες που σχηματίζονται στα βράχια σου επιβάλλουν να σταματήσεις και να δροσιστείς λίγο από τα τρεχούμενα νερά! Στα λίγα μέτρα που διήρκησε το συγκεκριμένο κομμάτι του αγώνα, έπιασα τον εαυτό μου αρκετές φορές να εύχεται για κάποιο σημείο που θα είχε συγκεντρωθεί αρκετό νερό ώστε να μπω μέσα! Ίσως του χρόνου οι διοργανωτές να ακούσουν την ευχή μου και να μου φτιάξουν μια γούρνα... Μερικά λεπτά αργότερα φτάνω στον επόμενο σταθμό τροφοδοσίας στο χωριό Παλαιοχώρι. Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού μαζί με τους εθελοντές θα μου δώσουν μια τονωτική ένεση που θα με βοηθήσει να περάσω γρήγορα το ανηφορικό κομμάτι που οδηγεί στη Δημητσάνα. Μάλιστα, κάποια κυρία τόσο χάρηκε που μας έβλεπε να περνάμε τρέχοντας μπροστά από την αυλή της που θέλησε να μας προσφέρει λουλούδια. Δυστυχώς, μήτε εγώ μα ούτε και οι προηγούμενοι είχαμε τη δυνατότητα να τρέχουμε με το μπουκέτο ανά χείρας, γι’ αυτό και αρνηθήκαμε ευγενικά. Την ευχαριστούμε πάντως!

 

 

Τη μια στιγμή τρέχω μέσα στο Παλαιοχώρι και την άλλη βρίσκομαι να ατενίζω από ψηλά τις κόκκινες κεραμοσκεπές. Η ανηφόρα είναι κάπως απότομη στην αρχή μα δεν κρατάει πολύ, αφού έπειτα από μερικά αριστερά-δεξιά και ένα βράχο με μια χαμογελαστή φατσούλα ξεδιπλώνεται εμπρός μου, πάνω στην καταπράσινη πλαγιά, το χωριό Δημητσάνα. Το χωριό, ντυμένο και αυτό με πέτρα, έχει πλήθος από σκαλοπάτια, πλακόστρωτα, στενά σοκάκια και καλντερίμια που μου θυμίζουν τις κάστρο-πολιτείες που συνάντησα στο ταξίδι μου στην Κροατία. Η Δημητσάνα είναι σίγουρα προορισμός που αξίζει να επισκεφτείς όσα χιλιόμετρα κι αν πρέπει να διανύσεις! Καθώς συνεχίζω, επαναλαμβάνεται πάλι το ίδιο σκηνικό, τη μια στιγμή τρέχω μέσα στη Δημητσάνα και αμέσως μετά στέκομαι σε μια κόψη να αγναντεύω την υπέροχη θέα! Από εκεί σύντομα θα βρεθώ στο χωριό Ζυγοβίστι και στον επόμενο σταθμό τροφοδοσίας του αγώνα. Παρότι οι εθελοντές του με προειδοποιούν πως μπροστά μου έχω δύσκολη ανηφόρα, εγώ ήδη έχω “γεμίσει” από τις όμορφες εικόνες που έχω αντικρίσει ως τώρα και τη θετική ενέργεια του κόσμου που έχω συναντήσει γι’ αυτό και δεν υπάρχει κάτι να με τρομάξει. Πόσο μάλλον όταν θα ανακάλυπτα πως η συνέχεια θα γραφόταν σε ένα μέρος που ακόμη αναπολώ νοσταλγικά!

 

 

Αφήνω πίσω μου το Ζυγοβίστι διασχίζοντας ένα δασικό δρόμο ο οποίος ανηφορίζει και στενεύει ολοένα και πιο πολύ. Η βλάστηση που αποτελούταν νωρίτερα από πλάτανους και σφένδαμους έχει παραδώσει τη σκυτάλη πλέον σε πανύψηλα έλατα που με περικυκλώνουν! Χωρίς να το θέλω φέρνω στο νου μου το εξώφυλλο από το μυθιστόρημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου “Τα Ψηλά Βουνά”. Τα έλατα μοιάζουν ζωγραφισμένα σαν αυτά του εξώφυλλου! Κάπως έτσι τα φανταζόμουν όταν διάβαζα το βιβλίο πριν αρκετά καιρό, στα χρόνια του Δημοτικού. Όσο πιο πολύ προχωρώ στο έλατο-δάσος τόσο πιο νέος γίνομαι. Με έχει συνεπάρει το θέαμα που αντικρίζω τριγύρω. Τα βρύα έχουν μετατρέψει το έδαφος σε παχιά, πράσινη φλοκάτη σκεπάζοντας τα πάντα σαν ζεστή κουβέρτα! Σάπιοι, πεσμένοι κορμοί δέντρων, με πάχος όσο μια ρόδα αυτοκινήτου, μαρτυρούν την αδιάκοπη ροή του χρόνου που αφήνει τα σημάδια της σε ένα μέρος που οι δείκτες του ρολογιού σταματούν! Το πέρασμα από κάθε ομιχλώδες ξέφωτο με κάνει να νιώθω πως έχω χαθεί στο χωροχρόνο! Αισθάνομαι τα πόδια μου “ελαφριά” αλλά δεν είναι επειδή το χώμα είναι μαλακό. Μοσχοβολάει ΔΑΣΟΣ παντού και η μυρωδιά είναι τόσο μεθυστική που μου φαίνεται ότι πετάω! Για 15 περίπου χιλιόμετρα, μέχρι το χωριό Στεμνίτσα, ταξιδεύω με το σώμα και το μυαλό μου εκεί επάνω στα ψηλά βουνά. Οι τρεις ενδιάμεσοι σταθμοί τροφοδοσίας, σ’ αυτά τα χιλιόμετρα, είναι πλαισιωμένοι με χαμογελαστούς ανθρώπους που σου μεταδίδουν τον ενθουσιασμό τους κι αυτό έχει μεγάλη σημασία! Πραγματικά δε θα ήθελα να βρεθεί κάποιος και να χαλάσει τη διάθεση που είχα.

 

  

Έχει περάσει αρκετή ώρα που άφησα πίσω το ψηλότερο σημείο της διαδρομής μέσα στο έλατο-δάσος, στα 1.550 μέτρα υψόμετρο, και κατηφορίζω για Στεμνίτσα. Όπως καθετί όμορφο και μοναδικό διαρκεί λίγο έτσι κι η υπέροχη αυτή βόλτα τελειώνει σαν βλέπω το χωριό από ψηλά. Η είσοδος στη Στεμνίτσα δεν γίνεται από τον κεντρικό δρόμο του χωριού αλλά από το πετρόχτιστο προαύλιο του Ι.Ν Ζωοδόχου Πηγής, που βρίσκεται ψηλότερα απ’ όλα τα άλλα σπίτια, και στη συνέχεια μέσα από πλακόστρωτα και πάλι σοκάκια. Ο τελευταίος σταθμός τροφοδοσίας, στην κεντρική πλατεία είναι γεμάτος κόσμο! Σαν εικόνα τους έχω στο μυαλό μου μα δε μπορώ διόλου να θυμηθώ κάτι από αυτά που μας έλεγαν. Ήμουν ακόμη “μεθυσμένος” απ’ όλα αυτά που είχα ζήσει ως τώρα ή είχα αφυδατωθεί και δεν το είχα διαπιστώσει...

 

Η διαδρομή που απομένει ως τον τερματισμό σίγουρα δε συγκρίνεται με το προηγούμενο υπόλοιπο του αγώνα, παρόλα αυτά η καταπληκτική θέα συνεχίζει να είναι ο πρωταγωνιστής που έχει τον κύριο ρόλο. Στα δεξιά μου φαίνεται πια καθαρά το Ελληνικό όμως τα περίπου δυόμιση χιλιόμετρα ως εκεί αποτελούνται από ένα σαθρό, κακοτράχαλο μονοπάτι που χρειάζεται απόλυτη προσοχή! Μπαίνοντας στο χωριό, οι αθλητές του μικρού αγώνα που έχουν τερματίσει εδώ και ώρα είναι το καλύτερο κοινό για να χειροκροτήσει την προσπάθειά μου! Όλοι τους χαμογελούν ευτυχισμένοι γιατί όλοι τους βρέθηκαν εκεί στο Ellinikon Cross Country Race και στα “Ψηλά Βουνά”...

 

Θεοχάρης Λεζπουρίδης

Photo: Θεοχάρης Λεζπουρίδης