Ιστορίες της Πλάκας για τις μέρες της καραντίνας: 'Πονάει πάντα η πρώτη φορά' !

Πλάκα Συκιάς Πλάκα Συκιάς

Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Σεούλ στο Bukhansan National Park υπάρχουν οι κορυφές Insubon και Baegeundae. Με υψόμετρο μόλις τα 800 μέτρα, αποτελούν το βασικό playground  στην πιο δυναμική και παραγωγική γενιά νότιο-κορεατών αλπινιστών που έχουν αλώσει τα Ιμαλάια τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Στις γρανιτένιες τους πλαγιές, που βάλλονται ιδιαίτερα από το βαρύ κορεάτικο χειμώνα, έχουν καταγραφτεί αμέτρητα έπη ανθρώπινης θέλησης και αποφασιστικότητας, έχει δοκιμαστεί η δυναμική σχοινοσυντροφιών, έχουν διαμορφωθεί χαρακτήρες και συμπεριφορές, έχουν εξελιχθεί ασύλληπτες  ιστορίες θάρρους και δοκιμασίας, έχουν σφυρηλατηθεί ανεκτίμητες εμπειρίες. Έτσι είναι… σχεδόν κάθε χώρα έχει το δικό της Insubon, στη Σλοβενία το λένε Triglav, στη Πολωνία και τη Σλοβακία Tatras, στη Βρετανία Ben Nevis. Στην Ελλάδα μπορεί οι Βόρειοι να το λένε Όλυμπο, οι Κρητικοί Γκίκιλο αλλά εμείς οι Αθηναίοι ξέρουμε ότι μόνο η Γκιώνα το έχει, κανένα άλλο Ελληνικό βουνό! Η Γκιώνα είναι ένα βουνό με πολλές όψεις.  Το καλοκαίρι μπορεί να προσφέρει απλόχερα τις προκλήσεις της στους παραδοσιακά «βραχάκιδες» πρωτευουσιάνους, όμως το χειμώνα είναι σχεδόν terra igognita. Μόλις 3 ώρες από την Αθήνα μετρά πάνω από μισό αιώνα εντατικής αναρριχητικής δράσης. Από όλες τις ορθοπλαγιές της  Γκιώνας αυτή με τη μεγαλύτερη πρόκληση ακούει στο κάπως παρεξηγήσιμο και τέλος πάντων ατυχές όνομα,  η «Πλάκα της ..Συκιάς».

 

Όνομα χαρακτηριστικό της αμηχανίας των Ρουμελιωτών να αποδώσουν εμπνευσμένα τα φυσικά θαύματα του τόπου τους, γεμίζοντας τα βουνά τους με πλάκες, πυραμίδες, και σκόρδα, με φωτεινή εξαίρεση ίσως το ..ινδιάνικο, Του Γκιώνη το Πλάι! Αν ήμουν ντόπιος και προλάβαινα, θα την έβγαζα το Θεριό, έτσι όπως ορθώνεται 1300 και περισσότερα μέτρα πάνω από το ομώνυμο της χωριουδάκι στη κοιλάδα του Μόρνου ή έστω η Πλάκα της Σκιάς από όπου μάλλον προέρχεται το όνομα της. Όπως και να’ χει, το μεγαλείο της προκαλεί ακόμη και τους πιο ανυποψίαστους. Θυμάμαι τον θαυμασμό του μακαρίτη πατέρα μου όταν έμαθε ότι την σκαρφάλωσα.  Μικρό παιδί την είχε αντικρύσει όταν γύρναγε και αυτός στα βουνά με τους αντάρτες και τη θυμόταν ολοζώντανα 50 χρόνια μετά. Η μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων θα μπορούσε να είχε κερδίσει μια κάποια μεγαλύτερη  φήμη αν  ταίριαζε κάπως στα γούστα των πιο εξωστρεφών από εμάς. Από μια άποψη, καλύτερα που έμεινε έτσι, κοινό μυστικό σε λίγους μυημένους. Μπορεί η συνέχεια της να διακόπτεται συχνά από μεγάλα πατάρια και ζωνάρια με φυτά, δέντρα και λιθοσωρούς,  η κλίση της να πέφτει αισθητά στο ανώτερο τμήμα και τα πραγματικά κάθετα και συμπαγή κομμάτια της να μην ξεπερνούν τα 200 μέτρα το καθένα, όμως  η ορθοπλαγιά αυτή έχει τον καλύτερο ασβεστόλιθο που μπορεί να βρει κανείς σε ελληνικό βουνό και αποτελεί ότι πιο κοντινό της λεγόμενης big-wall εμπειρίας.

Topo: Κων. Βουτ.

Η πρώτη γνωστή διαδρομή που ανοίχτηκε σχεδόν σε όλο το μήκος της το 1959, η  «Μιχαηλίδη-Λεοντιάδη» (1100 μ. VI) επρόκειτο να αναδειχθεί σαν η πιο θρυλική κλασσική της χώρας, προσελκύοντας κάθε χρόνο την αφρόκρεμα της αλπικής αναρρίχησης, προσφέροντας τις πιο επικές αναβάσεις που έχουν καταγραφτεί ποτέ στην χώρα μας. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει φυσικά η πρώτη της χειμερινή επανάληψη της το 1992 με τρία μπιβουακ  από τους Μπ.Τσουπρά, Κ. Τσουκλείδη και η εντελώς solo επανάληψη της το 2011 από τον Π. Αθανασιάδη στον εκπληκτικό χρόνο των 1.53’ της ώρας, το δίχως άλλο μια απίστευτη επίδοση! Αξίζει να αναφερθεί και η πρώτη γυναικεία επανάληψη της  από την Β. Νίμπη και την αδικοχαμένη Κυπριοπούλα Α. Παπαμιχαήλ το 2014.

Δεν ήταν φυσικά μόνο ο Μιχαηλίδης που τόλμησε να αναμετρηθεί με το θεριό αυτό. Ο Γ. Μαρτζούκος όπως περιγράφει στο βιβλίο του είχε νωρίτερα μια πρώτη ανάβαση κάπου στο αριστερό τμήμα της,  ενώ το καλοκαίρι του 1959 λίγο πριν δηλαδή από τον Μιχαηλίδη, η φοβερή ομάδα του ΣΕΟ παρέα με ξένους αναρριχητές  είχε αλώσει το πάνω από το διάζωμα τμήμα, με τρεις πρώτες αναβάσεις, την ακριβή χάραξη των οποίων αδημονούμε ακόμη να εξάγουμε από τα δυσπρόσιτα αρχεία τους, μιας και οι χαράξεις τους όπως αναδημοσιεύονται, φαίνεται να στερούνται ακρίβειας. Όλες τις διαδρομές αυτές δυστυχώς θα τις φάει η λήθη, αντίθετα με την “Μιχαηλίδη-Λεοντιάδη”  που είχε την τύχη να γνωρίσει την πρώτη της επανάληψη στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από τον πιο εύγλωττο παρακινητή μας, τον Δ. Κορρέ (την έκανε με τον Ν. Αφρικανό D. Booth) για να αναδειχθεί σαν η περίφημη Κλασσική. Θα ακολουθήσουν αργότερα και άλλες αξιόλογες αναρριχήσεις στην Πλάκα. Από αυτές τις νεότερες ξεχωρίζουν, αυτή των Χ. Κουνιάκη-Δ. Τιτόπουλου το 1991 (διαδρομή Αισθήσεων VIIA1/VII+ 270 μ.) στο κατώτερο τμήμα της ορθοπλαγιάς και αυτή των Π. Αθανασιάδη-Γ. Κωνσταντάκη το  2011 (διαδρομή Σκιάς Όναρ VII 700 μ.) στο ανώτερο τμήμα της.. Ωστόσο κανένας μετά τον Μιχαηλίδη δεν θα  επιχειρήσει να ανοίξει νέα διαδρομή σε όλο της το μήκος ή ..σχεδόν κανένας.

Πλάκα Συκιάς σε πλήρες ανάπτυγμα

Την ορθοπλαγιά αυτή είχα την τύχη να γνωρίσω στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και η  πρώτη μου άγουρη εμπειρία, επρόκειτο να στιγματίσει την μετέπειτα πορεία μου στον θαυμαστό ετούτο κόσμο.  Απτόητος και αμετανόητος  θα γυρίζω  ξανά και ξανά σ’ αυτήν για καμιά 30αρια φορές ακόμη, να σκαρφαλώσω  τις γνωστές γραμμές της,  με τις περιπέτειες να διαδέχονται η μια την άλλη.

Πονάει πάντα η πρώτη φορά

Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ από πότε ακριβώς ξεκίνησε η σχέση μου με την ορθοπλαγιά αυτή. Αυτό το λέω εξαιτίας της σχεδόν μεταφυσικής διάστασης που είχε αποκτήσει η Πλάκα στην συνείδηση των αναρριχητών της εποχής, παρούσα σε κάθε συζήτηση σαν η απόλυτη πρόκληση. Θυμάμαι πάντως καλά την μέρα που την πρωτοαντύκρισα! Ήταν ένα μεσημέρι χειμώνας του 1988, όταν κατεβαίναμε από το Λαζόρεμα με την σχολή αρχαρίων  του ΕΟΣ Αθηνών τσακισμένοι, βρεγμένοι και άυπνοι από μια νύχτα δοκιμασίας, στην Βαθιά Λάκκα, με πολύ δυνατό αέρα και χιόνι. Κατηφόριζα με βαριά βήματα τις τελευταίες φουρκέτες του μονοπατιού προς το χωριό  όταν ο  εκπαιδευτής μας  κοντοστάθηκε σε μια στροφή και μας μάζεψε να μας συστήσει το θεριό. Ο Δ. Καραγιάννης ήταν το δίχως άλλο ο ιδανικός άνθρωπος για τις συστάσεις αυτές. Βετεράνος  της ορθοπλαγιάς,, συνέδεσε για πάντα το όνομα του με το μέρος  εξαιτίας του μονοπατιού της  επιστροφής από τις διαδρομές που είχε σηματοδοτήσει. Μπορεί η χαμηλή νέφωση να έκρυβε το μισό της μπόι, αλλά έτσι που άχνιζε βρεγμένη έφτανε  με το παραπάνω να θέλξει την ψυχή του νέου στη μαγεία της. Έκλεισα τα μάτια μου μια στιγμή και άφησα την φαντασία μου να καλπάσει στην μέρα που  θα την ανέβαινα. Η  μέρα αυτή δεν άργησε πολύ. Έφτανε μια ανοιξιάτικη σαιζόν  στα Φλαμπούρια της Πάρνηθας για να φτιαχτεί η απαραίτητη αυτοπεποίθηση  και μια αλόγιστη πρόταση στα Blues του παλιότερου που ξέμεινε τελευταία στιγμή από σχοινοσύντροφο, για να εμπλακώ το ίδιο καλοκαίρι στο πρώτο μικρό μου έπος.

Την δεκαετία του ‘80 δεν υπήρχαν και πολλοί αναρριχητές στη χώρα. Στην Αθήνα, σχεδόν όλοι ήταν μαζεμένοι στον  ΕΟΣ Αθηνών. Από αυτούς, οι πιο κοντινοί  ηλικιακά ήταν το ίδιο άπειροι με μένα, εκτός από τον  Γιώργο  Μακρή και Κώστα Τσουκλίδη, το αχώριστο δίδυμο της εποχής που μοιράζονταν το πάθος τους για τα βουνά και για τα τρελά πάρτι. Όπως ήταν αναμενόμενο βρέθηκα κοντά τους και να που η  πρόταση δεν άργησε να έρθει. Ο Τσουκλίδης δεν μπορούσε και ο Γιωργάκης το χε βάλει στόχο να δοκιμάσει την Πλάκα και θα έπαιρνε εμένα μαζί του.

 

Caballeros, με τον Γιώργο Μακρή  για άλλη μια φορά στο δρόμο για την Πλάκα.

Ξεκινήσαμε καβάλα στην μηχανή του, ένα Honda XL 185 που ήταν της μόδας τότε. Αυτός, μπροστά οδηγούσε και εγώ πίσω, χύμα δίχως κράνος να προσπαθώ  να κουμαντάρω το πελώριο  σακίδιο με όλα μας, που χα στην πλάτη. Πρώτη στάση για βενζίνη στη Θήβα και δεύτερη στάση για μπύρες στην Τιθορέα, στο οικογενειακό καφενείο του συμφοιτητή του στον πλάτανο, εκεί από κάτω. Το καφενείο ήταν κλειστό και ο κόσμος στα χωράφια, θα άνοιγε μετά τις τρεις. Ο Γιώργος  αμετάπειστος έπρεπε να δει τον συμφοιτητή του και να πιει μια μπυρίτσα πρώτα.  Τραβήξαμε κάτω στα χωράφια μπας και τον ξετρυπώσουμε, αλλά είναι αλήθεια ότι δεν προσπαθήσαμε και πολύ. Ζέστη, μεσημέρι πια στον κάμπο, αράξαμε στην πρώτη βολική σκιά, χαζεύοντας το ζευγάρι ηλικιωμένων να σκύβουν  στα καπνά, θαυμάζοντας την υπομονή τους στο λιοπύρι. Μια στιγμή, ο γέρος  πετάχτηκε όρθιος σαν ηλεκτρισμένος, κοίταξε με αγωνία το ρολόι του και έφυγε τρέχοντας προς το μηχανάκι του. “Που πααας” του αγριοφώναξε η γριά, “Που Πάω; Δυο η ώρα,  Ριιιτζ!” ήταν η απρόσμενη απάντηση, καβάλησε το Zundapp και εξαφανίστηκε με μιας. Ναι, ήταν η εποχή που οι αγρότες  άρχισαν να παρατάνε την γη  για τη χάρη μιας καρέκλας, η εποχή της 50αρας ίντσας, η εποχή της “Τόλμης και Γοητείας”! Τα χωράφια το μεσημέρι ερήμωναν  και γέμιζαν τα καφενεία.  Ώρα και για μας να απολαύσουμε κείνη την μπύρα κάτω από το πλατάνι. 

Ήταν θάρρος, θράσος ή αφέλεια; Δεν ξέρω, στην ορειβασία  οι έννοιες των λέξεων αυτών συχνά συγχέονται...

Δεν θυμάμαι πόσες ήπιαμε, ούτε πόση απόλαυση μας είχε απομείνει,  είχε πάει 8 το βράδυ και εμείς ακόμη εκεί. Γύρισα με απορία προς τον φίλο μου, “Βουτυράκι, θα κοιμηθούμε εδώ και θα ξυπνήσουμε νωρίς νωρίς” βιάστηκε να απαντήσει και παρήγγειλε μια ακόμη γύρα. Δεν ήξερα και πολλά τότε και υπέθεσα ότι έτσι γινόταν το πράμα. Το επόμενο πρωί  μας βρήκε να σερνόμαστε από την σούρα στην ανηφοριά για την βάση της ορθοπλαγιάς, κατά τις 12:00 μάλιστα θα καταφέρουμε να ξεκινήσουμε και την αναρρίχηση. Μετά την πρώτη σχοινιά κάτι με ωθεί  να αναλάβω επικεφαλής. Ήταν θάρρος, θράσος ή αφέλεια; Δεν ξέρω, στην ορειβασία  οι έννοιες των λέξεων αυτών συχνά συγχέονται. Η αδρεναλίνη θα πνίξει τα τελευταία απομεινάρια αλκοόλ, η τραβέρσα στον λείο τοίχο απαιτεί προσεκτικές κινήσεις, το πόδι τρεμουλιάζει καθώς  κατεβαίνει στο μικρό πάτημα και η καρδιά πεταρίζει  την στιγμή που το χέρι απλώνεται να ψάξει στα τυφλά ένα κράτημα πίσω από την γωνία. Το πρώτο δύσκολο πέρασμα της διαδρομής ένα ντελικάτο VI ευτυχώς είναι σύντομο και τα παλιά καρφιά που είχε από τότε  πρόσφεραν το απαιτούμενο κουράγιο για να φτάσω στο ρελέ. Η μικρή αυτή επιτυχία είχε τα αποτελέσματά της. Θα συνεχίσω επικεφαλής στις επόμενες σχοινιές. Κάποιος είχε αφήσει ιμάντες σε πολλά καρφιά, ο προσανατολισμός  διευκολύνεται, η δυσκολία υποφερτή. Αργούμε βέβαια και η ξαφνική μπόρα θα μας  βρει σε μια μικρή εσοχή του βράχου για να περάσει ανώδυνα, όμως θα μας καθυστερήσει κι άλλο. Λίγο πριν το σούρουπο  θα βγούμε στο μεγάλο διάζωμα με τα έλατα, εκεί τελείωνε η πληροφόρηση μας και εκεί στέρεψε η θέληση μας, η νύχτα καθ οδόν, το μπιβουακ αναπόφευκτο. Υποχώρηση η μόνη επιλογή, αλλά δυστυχώς με ραπέλ από το λάθος έλατο. Κατεβαίνουμε σε απόγνωση μες το σκοτάδι, δεν έχουμε τίποτα για φαγητό και το νερό έχει τελειώσει ώρες πριν. Η νύχτα ζεστή και η δίψα ανυπόφορη. Σε ένα μικρούλι πλάτωμα στην απέναντι πλαγιά θα  την βγάλουμε όπως όπως κατ’ επιβολή του παλαιότερου, για να ανακαλύψουμε το πρωί το μονοπάτι λίγα μετρά παρακάτω. 

Η πρώτη μου εμπειρία από την Πλάκα επρόκειτο να με σημαδέψει κυριολεκτικά. Το ίδιο μεσημέρι με το XL θα κατέβουμε προς το Γαλαξίδι για μπανάκι, όπου μια καταραμένη τσούχτρα θα παρεισφρήσει στα ενδότερα προκαλώντας απρόκλητη βλάβη. Το πρώτο πολυαναμενόμενο καλοκαίρι σεξουαλικής  απελευθέρωσης στα νησιά του Αιγαίου θα λήξει άδοξα,  αφήνοντας μου μόνη παρηγοριά τα βράχια με τις γνωστές συνέπειες. Ναι, αυτή η τσούχτρα έφταιξε και όσοι  είστε ενήμεροι της σπουδής   για το αναπάντεχο του  Phil Mason “Οι Αιμορροΐδες του Ναπολέοντα” μπορείτε να καταλάβετε τι εννοώ. Με αυτά τα χάλια μου οι σκέψεις για μια ακόμη αναρρίχηση στον Κούβελο θα πάνε στράφι. Μετά τον γιατρό τα χάπια και τις αλοιφές, θα συνεχίσουμε πάντως το ταξίδι βολοδέρνοντας στον Παρνασσό. Έτσι ήταν οι βόλτες με τον Γιωργάκη δεν ήξερες ποτέ που θα σε βγάλουν και πότε θα τελειώσουν...

Γιώργος Βουτυρόπουλος

Γεννήθηκε το 1969 και σκαρφαλώνει στα βουνά από τα 16 του. Έχει καταφέρει σημαντικές αναρριχήσεις σε διαδρομές βράχου,  πάγου και μικτού πεδίου στα βουνά της Ελλάδας, στις Άλπεις, Δολομίτες, Γερμανία, Βρετανία, Νορβηγία. Επίσης, έχει συμμετάσχει σε ορειβατικές αποστολές σε βουνά μεγάλου υψομέτρου, στο Περού-Άνδεις,  Αφρική-Κένυα, στο Νεπάλ, Θιβέτ, Πακιστάν, Ινδία, Κιργιστάν.  Είναι ομοσπονδιακός εκπαιδευτής ορειβασίας και οδηγός βουνού από το 1993,  συν-συγγραφέας των εγχειριδίων ορειβασίας, η Τέχνη του Βουνού (2010, 2011) και Ορεινή Πεζοπορία (2012). 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Latest Tweets

Ιστορίες της Πλάκας για τις μέρες της καραντίνας: "Τσάμπα βόλτα", το τρίτο μέρος της σειράς άρθρων του Γιώργου Βουτ… https://t.co/xPuniNfmVA
"Ιστορίες της Πλάκας για τις μέρες της καραντίνας: 'Παρασκευή και 13'", ο δεύτερο άρθρο της σειράς του Γιώργου Βουτ… https://t.co/dDYD0IWRLx
"Παρουσίαση και δοκιμή της απωθητικής συσκευής σκύλων Ultrasonic Dogchaser": https://t.co/KE5cIwXvHW https://t.co/YlTaHXkiYu
Follow Advendure on Twitter

Post Gallery

Ιστορίες της Πλάκας για τις μέρες της καραντίνας: 'Τσάμπα βόλτα' !

Ιστορίες της Πλάκας για τις μέρες της καραντίνας: 'Παρασκευή και 13' ...

Παρουσίαση και δοκιμή της απωθητικής συσκευής σκύλων Ultrasonic Dogchaser!

'Ενα από τα ομορφότερα μονοπάτια του πεζοπορικού δικτύου της Άνδρου απειλείται!

Χειμερινή ανάβαση στο Κ2 - Ο Αντώνης Συκάρης στο κυνήγι του ακατόρθωτου!

Ιστορίες της Πλάκας για τις μέρες της καραντίνας: 'Πονάει πάντα η πρώτη φορά' !

Winter expedition K2 / 2020-21: Η πρώτη ελληνική, χειμερινή συμμετοχή σε αποστολή στα Ιμαλάια!

Ενώνοντας 12 καταφύγια του Ολύμπου: Ένα δύσκολο ορειβατικό εγχείρημα που ολοκληρώθηκε με επιτυχία

Nitecore SCL10: Φωτιστικό για φωτογραφικές μηχανές και αποθήκευση ενέργειας σε μια συσκευή!

Φώτης Ζησιμόπουλος: Το “Εξπρές” της Ροδόπης μιλάει στο Advendure!

SALOMON Alphacross Blast GTX® - Ένα all around παπούτσι για τα χειμερινά τρεξίματά μας

SCARPA Maverick Mid GTX - Ιδανικό για τις πρώτες πεζοπορίες σας