
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
"Χρυσαφένιες, χαλκοπράσινες οι πλαγιές σου, οι βουνοκορφές σου, Κιθαιρώνα — μια ελπίδα για μένα. Το άρμα του αστροκαβαλάρη Ήλιου, αστρολάβος μου στα μονοπάτια του προσωπικού μου αιώνα"
Κυριακή ξημέρωμα, Πούφης ο καμαρωτός...
Ετοιμάζω τα πράγματα του αγώνα. Ο Πούφης με κοιτάζει με τις μεγάλες ματάρες του που στάζουν αγάπη και με ρωτά: "Πάλι θα πας στο βουνό χωρίς εμένα; Πάρε με μαζί σου και σου υπόσχομαι να αφήσω την ηλικία μου σπίτι".

Ξέρεις, Πούφη μου, σήμερα θα τρέξω στον Κιθαιρώνα, σε έναν αγώνα είκοσι πέντε χιλιομέτρων. Εκεί θα υπάρχουν σίγουρα κανονισμοί, με όριο τερματισμού πέντε ώρες και τριάντα λεπτά, και η διαδρομή θα είναι «σημαδεμένη», προκαθορισμένη. Χαίρομαι και ζηλεύω σφόδρα που εσύ και το είδος σου είστε άχρονοι άγγελοι, σταλμένοι στη γη. Εσύ δεν γνωρίζεις από κανονισμούς, δεν φοράς ρολόι, άσε δε που όταν είσαι στο βουνό κανένα ανθρώπινο σημάδι δεν καθορίζει την πορεία σου. Ζεις αέναα νιάτα καλπάζοντας ανεξέλεγκτος, στην άχρονη ηλικία της φύσης. Και όταν κάποτε σε μια ακτογραμμή ή σε ένα βουνό ανιχνεύσεις, ανακαλύψεις τη θύρα του Σύμπαντος, απλώς θα την ανοίξεις και θα διαβείς αγέρωχα το μονοπάτι που θα σε φέρει σε έναν άλλο γαλαξία.
"Εντάξει, συναθλητή μου, με έπεισες. Όμως πρέπει να σου πω τα μελλούμενα: Όταν θα σκαρφαλώνεις στα γερακομονόπατα, να έχεις πάντα το βλέμμα σου στις κορφές και την ψυχή σου στραμμένη στο φως! Στιγμή να μην φεύγει από τον νου σου, Δημήτρη, ότι δεν μπορούμε να επιλέγουμε πάντοτε τον καιρό ή τη δυσκολία της διαδρομής. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε πώς θα τη διασχίσουμε. Και όταν ακούσεις τον άνεμο να αγκομαχά σκυλίσια, τότε θα σε έχω προφτάσει, θα είμαι αριστερά σου στη θέση της καρδιάς σου, να σε προσέχω”.
Οι αρχαίες Ερυθρές και το Κριεκούκι
Οι σημερινές Ερυθρές, το γνωστό Κριεκούκι, βρίσκονται στους βόρειους πρόποδες του Κιθαιρώνα, στη μεθόριο Αττικής και Βοιωτίας. Η αρχαία πόλη των Ερυθρών έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στο πέρασμα του χρόνου. Ο αόρατος κόσμος της αρχαιότητας κυριαρχεί ολούθε. Ο Παυσανίας ο περιηγητής καταγράφει στις Πλαταιές τάφους των πεσόντων, βωμό του Δία Ελευθερίου και τα Ελευθέρια, αγώνες ανά τέσσερα χρόνια στη μνήμη της μάχης των Πλαταιών. Περιγράφει μάλιστα αγώνα δρόμου με πανοπλία μπροστά στο βωμό. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες έφτασαν στις Ερυθρές και παρατάχθηκαν στις υπώρειες του Κιθαιρώνα. Ακολούθησαν συγκρούσεις με το Περσικό ιππικό πριν μετακινηθούν προς τις Πλαταιές. Οι άξιοι συνεχιστές της παράδοσης, οι σημερινοί διοργανωτές του αγώνα, επέλεξαν την περιοχή της αφετηρίας μας να συνδέεται με τα προοίμια της μεγάλης μάχης.

Η εκκίνηση
Η μικρή πλατεία με την επιβλητική εκκλησία είναι η είσοδός μας στο σαλόνι του αγώνα, στη γραμμή εκκίνησης. Το πλακόστρωτο γραφικό δρομάκι που τη φιλοξενεί την αναδεικνύει σε αισθητική απόλαυση. Η πρωινή ψύχρα και η συννεφιά γίνονται χαλί καλωσορίσματος, επηρεασμένες από το σμάρι των αθλητριών και των αθλητών που, σαν μέλισσες, συρρέουν στις ευωδιαστές Ερυθρές. Νέες και νέοι μας προδιαθέτουν, μας μυούν στο πνεύμα του αγώνα. Τραγουδούν μια ωδή με μεγαλοπρεπή τόνο, που εγκωμιάζει θεούς, ήρωες και νικητές. Ο “κρυουλιάρης” καιρός γλυκαίνει σαν το αχνιστό κύπελλο με το τσάι βουνού που μας προσφέρουν μαζί με ένα μικρό σακούλι με ξηρά σύκα και σταφίδες, αρχαίο κατευόδιο για το ξεκίνημα, για μια ασφαλή πορεία και αίσια έκβαση στο πόνημά μας.
Το βουνό
Εκείνο που θαυμάζω στην ανθρώπινη υπόσταση είναι η αναζήτησή της εσωτερικής γαλήνης με κάθε τρόπο. Ένα μονοπάτι σμιλεμένο από τον ίδιο τον Κιθαιρώνα με απότομες ανηφοριές, κατηφοριές που δοκιμάζουν την ισορροπία μας, μας εισάγει στη βουνίσια γαλήνη μας.
Αυτή η γαλήνη δεν είναι απουσία της ευαλωτότητάς μας. Είναι η δύναμη να μην αφήνεις τον κίνδυνο να σου στερεί την ομορφιά της ζωής....
Διαβαίνω ένα ανηφορικό «λούκι» θαυμάζοντας τη δουλειά του πρωτομάστορα Κιθαιρώνα. Μια θάλασσα από πουρνάρια καλύπτει τις πλαγιές της χαράδρας και το μονοπάτι, πέτρα στην πέτρα. Ένα αγριοδιάβατο καλντερίμι της φύσης. Ξάφνου, το κελάηδημα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων στη φορά του ανέμου εμπλουτίζονται από ένα λεβέντικο δημοτικό τραγούδι. Ο δημιουργός αυτής της απρόσμενης μουσικής πανδαισίας είναι σιμά μου. Ένας λυγερόκορμος συναθλητής που ανεβαίνει την ανηφοριά και τη νικά με νότες.

Γεια σου, αηδονόφωνε βουνίσιε! τον χαιρετώ."Είμαι ο Δημήτρης. Εσύ ποιος είσαι;, τον ρωτώ.
"Είμαι ο Παναγιώτης, ένας από τους θετούς γιους του Κιθαιρώνα. Βλέπεις, στη Θήβα γεννήθηκα, αλλά εδώ, στην αγκαλιά του, άντρεψα. Σήμερα, πουρνό πουρνό, μου ζήτησε να σας συντροφεύσω και να σας αποκαλύψω μυστικά που μόνο τα αετόπουλα γνωρίζουν".
Και για πες μου, Παναγιώτη, ποιο είναι το μυστικό για να φτάσουμε στην κορυφή αυτής της ανασοκλέφτρας ανηφόρας;
"Αχ, αυτή η καρδιοκλέφτρα, Δημήτρη! Θέλει χάδια, καθαρό βλέμμα, ερωτιάρικο βήμα... και να ξέρεις πως ο έρωτάς της έχει και τίμημα".
Ρε φίλε Παναγιώτη, του λέω, από τη γραμμή της εκκίνησης έχουμε διασχίσει σχεδόν 12 χιλιόμετρα ανηφορίζοντας, με ελάχιστες ισιάδες ή κατηφοριές. Έχουμε πολύ ακόμη για την κορυφή;
"Το βλέπεις το δίστρατο μονοπάτι εμπρός μας; Εμείς θα πάρουμε τη δεξιά ανηφορική στράτα, που θα μας φέρει στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή, φίλε. Μετά θα αφήσουμε τις ανηφοριές να ξαποστάσουν και θα ροβολήσουμε σαν σάρκινα λιθάρια στις κατηφοριές ωσότου να ανταμώσουμε τις Ερυθρές!"
Η κορυφή
Αγναντεύω την κορυφή και ο Κιθαιρώνας μου αποκαλύπτει έναν απόκρυφο τόπο του, ένα μυστικό ακριβοθώρητου κάλλους.
Είναι ο τόπος όπου ο νεαρός Ηρακλής πάλεψε με το λιοντάρι που κατασπάραζε ανθρώπους και ζώα, αφαιρώντας τη χαρά της ζωής. Η πάλη τους διήρκεσε ώρες πολλές. Ήταν και οι δύο ανυπέρβλητοι μαχητές. Οι βρυχηθμοί του λιονταριού και οι κραυγές του Ηρακλή αντιλαλούσαν στα γύρω βουνά.
O Ηρακλής σηκώνει με τρυφερότητα και σεβασμό το νεκρό, μέχρι πρότινος ισότιμο αντίπαλό του, το λιοντάρι. Κοιτάζει προς τον Όλυμπο αναζητώντας τον θεό των θεών, και του απευθύνει έκκληση:"Δία, δέξου τον αδερφό μου στην αυλή σου και δώσε του τη θέση που του αξίζει".

Μαγεμένος, αναλογιζόμενος τη δική μου αέναη, άνιση πάλη με τον ανίκητο ανθρωποκλέφτη χρόνο, κατανοώ, γονατίζω και αναφωνώ:"Εσύ, ανίκητε χρόνε! Δεκατρία δισεκατομμύρια χρόνια πέρασαν από τη δημιουργία του Γαλαξία μας. Εμείς, οι τρωτοί, οι απόλυτα φθαρτοί άνθρωποι, είμαστε γεννήματα της ύλης των αμέτρητων άστρων. Κουβαλάμε μέσα μας το λαμπερό φως εκείνων που έσβησαν σε κοσμικές εκρήξεις. Είμαστε η συνέχειά τους. Δέξου ότι δεν μπορώ να επιλέξω τη δυσκολία της διαδρομής μου, μπορώ όμως να επιλέξω πώς θα τη διασχίσω. Και ίσως η μεγαλύτερη νίκη μου να μην είναι να φτάσω πρώτος ή να κατακτήσω όλες τις κορυφές, αλλά να μη χάσω ποτέ την ελευθερία να αναζητώ το δικό μου μονοπάτι.
Δώσε μας την τρυφερότητα, τον σεβασμό και τη θέση που μας αξίζει στην αυλή του Σύμπαντος.
Οι Πλαταιές
Ένας λαβύρινθος απόκοσμων βράχων είναι ίσως η μεγαλύτερη δοκιμασία του αγώνα. Πυκνές συστοιχίες βράχων, που σαν επίγειοι σταλακτίτες φράζουν το διάβα μου."Μη σκιάζεσαι, ρε ψυχάρα!"μου φωνάζει ο Παναγιώτης."Ακολούθα τα κίτρινα αγριολούλουδα. Είναι ο μίτος της Αριάδνης, φίλε!"

Ένα ελατόδασος είναι το ορόσημο στην κεφαλή του Κιθαιρώνα. Ο κάματος, σε συνδυασμό με τη συγκινησιακή φόρτιση καθώς αντικρίζω την κοιλάδα των Πλαταιών, αρχίζουν το θεάρεστο έργο τους. Λίγο λίγο η ψυχή μου αποχωρίζεται το σώμα μου. Ταξιδεύει στον χρόνο.
479 π. Χ.
Η μάχη εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια μου.
Ο συνασπισμός των ελληνικών πόλεων — Λακεδαιμόνιοι, Αθηναίοι, Τεγεάτες, Κορίνθιοι, Μεγαρείς και Πλαταιείς - υπό την ηγεσία του Σπαρτιάτη αντιβασιλέα Παυσανία, προτάσσει τα στήθη του απέναντι στους επίδοξους κατακτητές.
Επικεφαλής των Περσών, που σαν πάνοπλα αμέτρητα μυρμήγκια έχουν κατακλύσει την κοιλάδα, είναι ο Μαρδόνιος.
Στις χαμηλές πλαγιές του Κιθαιρώνα, οι Έλληνες αποκρούουν τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού.
Σε μια σφοδρή σύγκρουση, οι Αθηναίοι σκοτώνουν τον πολεμοχαρή αρχηγό του, τον Μασίστιο.
Οι Έλληνες επιχειρούν μια επικίνδυνη μετακίνηση. Ο ελιγμός δεν εκτελείται συντονισμένα και οι δυνάμεις διαχωρίζονται.
Ο Μαρδόνιος θεωρεί ότι υποχωρούν και επιτίθεται.
Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάτες αντιμετωπίζουν το κύριο σώμα των Περσών ενώ οι Αθηναίοι συγκρούονται με τους Έλληνες συμμάχους τους.
Η ορμή, το πάθος και η αποφασιστικότητά τους είναι τέτοια, που η κατάρρευση της Περσικής αντίστασης είναι θέμα χρόνου.
Ο Μαρδόνιος κείτεται νεκρός.
Η νίκη φεγγοβολά στα πέρατα του κόσμου!

"Ε, τι κοιτάς σαν ζόμπι την κοιλάδα, ρε Δημήτρη; Ανασκουμπώσου και τρέχα σαν άγριο άλογο τον κατήφορο, αλλιώς θα φτάσουμε στις Ερυθρές την ώρα που θα κοιμούνται τα κοκόρια!"μου φωνάζει ο Παναγιώτης.
Αριστερά μου, στον ορίζοντά μου, η θάλασσα. Το γαλάζιο αντανακλά το φως του ήλιου και η ματιά θεριεύει.
Η θαλασσινή αύρα βρίσκει ούριο άνεμο και εισχωρεί στα μυριάδες κύτταρά μου.
Η πολύχρωμη χλωρίδα που συνοδεύει το κατηφορικό μονοπάτι μου βάζει τα καλά της.
Κι εγώ καλπάζω αψηφώντας τη βαρύτητα, αγγίζοντας τα όρια της θνητής μου φύσης.
Στην είσοδο του χωριού, μια αυλή γιασεμοκαλυμμένη με καθηλώνει και η κυρά του σπιτιού με ρωτά: "Πούθε είσαι εσύ, παλικάρι μου;"
Από την Αθήνα, κυρά μου, της απαντώ.
"Ήσουν από την Αθήνα. Τώρα μπολιάστηκες. Ανήκεις εδώ, στον αγώνα, για πάντα στα ενδόμυχα του Κιθαιρώνα!"

Υ.Γ. Στο πρόσωπο του Παναγιώτη, που ήταν ο "Σκούπας" στον αγώνα των 25 χιλιομέτρων του Kithaironas Trail και στήριξε με το τραγούδι και τις πράξεις του όλες και όλους τους συμμετέχοντες, εκφράζω την εγκάρδια ευγνωμοσύνη μου προς τις εθελόντριες και τους εθελοντές της διοργάνωσης, που έκαναν το βουνό να μοιάζει με τόπο απέραντης απόλαυση.
Δημήτρης Ραυτόπουλος
Γεννήθηκα στον Πειραιά από νησιώτες γονείς. Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με τα βουνά ήταν κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο στρατό ως αλεξιπτωτιστής.
Ένα από τα μεγάλα όνειρα - όραματα μου είναι να τρέξω σ´ όλα τα βουνά της Ελλάδας κ όχι μόνο. Πιστεύω ότι κάθε μέτρο που διανύει κανείς στο βουνό πρέπει να μετατρέπεται σε μεταδιδόμενη σοφία.
Οταν τρέχω στη φύση είμαι ένας άνθρωπος χωρίς ηλικία ή μάλλον ένας ιδρωμένος εικοσάρης που καταγράφει σαν Η/Υ κάθε εικόνα της, στιγμή της, ευωδία της κ που έχει σαν στόχο - σκοπό να μεταδώσει αυτή τον οργασμό μεταξύ της φύσης κ της ζωής, σε όποιον δέκτη - άνθρωπο είναι ανοικτός.